Περίληψη
Εισαγωγή: Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), παρατηρείται αύξηση της επικράτησης των χρόνιων αναπνευστικών νοσημάτων (ΧΑΝ), όπως το άσθμα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), λόγω διαφόρων παραγόντων. Αυτά τα νοσήματα επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών, προκαλώντας πάνω από 4 εκατομμύρια θανάτους ετησίως, και απαιτούν σημαντικούς πόρους για τη διαχείρισή τους. Ωστόσο, οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις, όπως η αποτελεσματική επικοινωνία και οι αλλαγές συμπεριφοράς, μπορούν να μειώσουν αυτό το βάρος, βελτιώνοντας την αυτοδιαχείριση της νόσου. Οι ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας (ΠΦΥ), ως το πρώτο σημείο επαφής, έχουν καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση των ΧΑΝ. Παρόλα αυτά, η απαιτητική φύση της εργασίας τους, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή ανάπτυξη επικοινωνιακών δεξιοτήτων, περιορίζει την αποτελεσματικότητά τους. Η συναισθηματική νοημοσύνη (ΣΝ) και η ανθεκτικότητα είναι βασικές δεξιότητες που επιτρέπουν στους ιατρούς να επικοινωνούν καλύτερα, να δείχνουν ...
Εισαγωγή: Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), παρατηρείται αύξηση της επικράτησης των χρόνιων αναπνευστικών νοσημάτων (ΧΑΝ), όπως το άσθμα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), λόγω διαφόρων παραγόντων. Αυτά τα νοσήματα επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών, προκαλώντας πάνω από 4 εκατομμύρια θανάτους ετησίως, και απαιτούν σημαντικούς πόρους για τη διαχείρισή τους. Ωστόσο, οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις, όπως η αποτελεσματική επικοινωνία και οι αλλαγές συμπεριφοράς, μπορούν να μειώσουν αυτό το βάρος, βελτιώνοντας την αυτοδιαχείριση της νόσου. Οι ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας (ΠΦΥ), ως το πρώτο σημείο επαφής, έχουν καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση των ΧΑΝ. Παρόλα αυτά, η απαιτητική φύση της εργασίας τους, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή ανάπτυξη επικοινωνιακών δεξιοτήτων, περιορίζει την αποτελεσματικότητά τους. Η συναισθηματική νοημοσύνη (ΣΝ) και η ανθεκτικότητα είναι βασικές δεξιότητες που επιτρέπουν στους ιατρούς να επικοινωνούν καλύτερα, να δείχνουν ενσυναίσθηση και να προάγουν την αυτοδιαχείριση της νόσου στους ασθενείς. Η ανθεκτικότητα, ειδικότερα, σχετίζεται με την ικανότητα προσαρμογής και διατήρησης της ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας σε απαιτητικά κλινικά περιβάλλοντα. Παράλληλα, σύγχρονες προσεγγίσεις, όπως το health coaching, αναδεικνύουν τον ρόλο του ιατρού ως υποστηρικτή της αλλαγής συμπεριφοράς, ενισχύοντας την ενεργό συμμετοχή των ασθενών στη διαχείριση της υγείας τους. Παρόλο που είναι απαραίτητες, αυτές οι δεξιότητες συχνά παραμελούνται στην κλινική εκπαίδευση. Σκοπός: Η προτεινόμενη έρευνα εξετάζει την επίδραση μιας διαδικτυακής βιωματικής εκπαίδευσης (ΔΒΕ) βασισμένης στο μοντέλο μάθησης του Kolb, με στόχο τη βελτίωση της ΣΝ και της ανθεκτικότητας των ιατρών. Η εκπαίδευση αυτή επιδιώκει να ενδυναμώσει τους ιατρούς να υιοθετήσουν ασθενοκεντρικές προσεγγίσεις και να βελτιώσουν την επικοινωνία με τους ασθενείς με ΧΑΝ. Η μελέτη αξιολογεί την αποτελεσματικότητα της ΔΒΕ στη βελτίωση αυτών των κρίσιμων δεξιοτήτων, με τελικό στόχο τη βελτίωση της φροντίδας των ασθενών και της διαχείρισης των νοσημάτων τους. Τα ερευνητικά ερωτήματα της διατριβής περιλαμβάνουν 1) την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο οι ιατροί αξιοποιούν δεξιότητες επικεντρωμένες στον ασθενή στην κλινική πρακτική, 2) τη διερεύνηση τρόπων βελτίωσης αυτών των δεξιοτήτων μέσω Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Ανάπτυξης (ΣΕΑ), 3) την αξιολόγηση της ΔΒΕ παρέμβασης ως προς τον σχεδιασμό, το υλικό, τα μέσα και την πιστοποίηση γνώσεων. 4) Επιπλέον, εξετάζεται η μεταβολή στις στάσεις των ιατρών για τον ρόλο τους ως coaches και 5) η βελτίωση των συναισθηματικών και κοινωνικών τους ικανοτήτων πριν και μετά την παρέμβαση. Η έρευνα αποσκοπεί στην ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού προγράμματος, το οποίο θα ενισχύσει τις επικοινωνιακές δεξιότητες και τη συναισθηματική νοημοσύνη των ιατρών, συμβάλλοντας στη βελτίωση της φροντίδας ασθενών με χρόνια νοσήματα. Μεθοδολογία: Η παρούσα μελέτη χρησιμοποίησε έναν συγκλίνοντα σχεδιασμό μικτών μεθόδων, συνδυάζοντας ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα, τα οποία αναλύθηκαν ξεχωριστά και ερμηνεύτηκαν συνδυαστικά. Η πρόσκληση για συμμετοχή απευθύνθηκε σε γενικούς ιατρούς μέσω ελληνικών ιατρικών εταιρειών, με 50 ενδιαφερόμενους να δηλώνουν πρόθεση συμμετοχής στην ΔΒΕ και τη μελέτη. Η ΔΒΕ είχε διάρκεια 25 ωρών, πραγματοποιήθηκε από τον Μάιο έως τον Νοέμβριο του 2022 και στόχευε στην ανάπτυξη δεξιοτήτων διαχείρισης συναισθημάτων, επικοινωνιακών ικανοτήτων και στη συνολική ευημερία των ιατρών πρωτοβάθμιας φροντίδας. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν οι συμμετέχοντες που ολοκλήρωσαν τουλάχιστον το 80% των συναντήσεων, υπέβαλαν γραπτούς αναστοχασμούς για την πρακτική εφαρμογή των δεξιοτήτων της κινητοποιητικής συνέντευξης (ΚΣ) και απάντησαν σε όλα τα ερευνητικά ερωτηματολόγια. Συνολικά, 46 γενικοί ιατροί πληρούσαν τα κριτήρια και εντάχθηκαν στην τελική ανάλυση. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν σε τρία χρονικά σημεία: πριν από την παρέμβαση, αμέσως μετά, και τρεις μήνες μετά, με στόχο την αξιολόγηση των επιδράσεων της εκπαίδευσης στη διαχείριση συναισθημάτων και στις επικοινωνιακές δεξιότητες των συμμετεχόντων. Αποτελέσματα: Τα ποσοτικά αποτελέσματα έδειξαν σημαντικές βελτιώσεις στη συνολική βαθμολογία της ΣΝ, καθώς και σε συγκεκριμένες διαστάσεις της, όπως η ευημερία και η κοινωνικότητα. Ο μέσος όρος της συνολικής βαθμολογίας ΣΝ αυξήθηκε από 5.13 (SD = 0.65) πριν την παρέμβαση σε 5.30 (SD = 0.57) μετά την παρέμβαση και 5.36 (SD = 0.48) κατά την τρίμηνη παρακολούθηση (p = 0.007). Οι συγκρίσεις ανά ζεύγη έδειξαν σημαντικές αυξήσεις από την περίοδο πριν την παρέμβαση έως μετά την παρέμβαση (p = 0.020) και από την περίοδο πριν την παρέμβαση έως τους τρεις μήνες (p = 0.008), χωρίς σημαντική διαφορά μεταξύ της περιόδου μετά την παρέμβαση και των τριών μηνών (p = 0.399). Η διάσταση της ευημερίας παρουσίασε σημαντική αύξηση από 5.39 (SD = 0.94) πριν την παρέμβαση σε 5.77 (SD = 0.71) μετά την παρέμβαση και 5.70 (SD = 0.59) κατά την τρίμηνη παρακολούθηση (p = 0.003). Οι βαθμολογίες κοινωνικότητας αυξήθηκαν επίσης σημαντικά από 4.69 (SD = 0.83) πριν την παρέμβαση σε 4.86 (SD = 0.81) μετά την παρέμβαση και 4.92 (SD = 0.88) στους τρεις μήνες. Οι βαθμολογίες ανθεκτικότητας παρουσίασαν σημαντική αύξηση κατά τη διάρκεια της μελέτης. Συγκεκριμένα, ο μέσος όρος της ανθεκτικότητας αυξήθηκε από 76.6 (SD = 11.75) πριν την παρέμβαση σε 79.83 (SD = 10.24) μετά την παρέμβαση και 81.03 (SD = 7.86) κατά την τρίμηνη παρακολούθηση. Οι συγκρίσεις ανά ζεύγη έδειξαν σημαντικές βελτιώσεις από πριν την παρέμβαση έως μετά (p = 0.048) και από πριν την παρέμβαση έως τους τρεις μήνες (p = 0.026), χωρίς σημαντική διαφορά μεταξύ της περιόδου μετά την παρέμβαση και των τριών μηνών (p = 0.412). Η Αξιολόγηση Αναγκών Εκπαίδευσης (Training Needs Assessment, TNA) εξέτασε τις αντιληπτές ανάγκες εκπαίδευσης των γενικών ιατρών πριν και μετά την παρέμβαση. Παρατηρήθηκαν σημαντικές μειώσεις σε πολλές διαστάσεις του TNA. Στις Δραστηριότητες Επικοινωνίας/Aσθενοκεντρικής Προσέγγισης, ο μέσος όρος μειώθηκε από 1.00 (SD = 1.01) πριν την παρέμβαση σε 0.50 (SD = 0.62) μετά την παρέμβαση και 0.44 (SD = 0.43) στους τρεις μήνες. Στις Δραστηριότητες Έρευνας/Ελέγχου, οι βαθμολογίες μειώθηκαν σημαντικά από 1.39 (SD = 1.39) πριν την παρέμβαση σε 0.81 (SD = 0.98) μετά την παρέμβαση και 0.65 (SD = 0.68) στους τρεις μήνες. Στην αξιολόγηση της παρέμβασης από τους συμμετέχοντες, τα πιο θετικά αξιολογημένα στοιχεία του προγράμματος ήταν η χρησιμότητά του για τη μελλοντική κλινική πρακτική (μέσος όρος: 9.83, SD: 0.38), η συνολική ικανοποίηση από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα (μέσος όρος: 9.78, SD: 0.42) και η ενεργοποίηση ενδιαφέροντος και συμμετοχής από τον εκπαιδευτή (μέσος όρος: 9.83, SD: 0.50). Αντίθετα, τα στοιχεία με τις χαμηλότερες αξιολογήσεις ήταν η αναστοχαστική πρακτική στις γνώσεις που αποκτήθηκαν κατά τις συνεδρίες (μέσος όρος: 9.05, SD: 1.32), η πρακτική εξάσκηση των δεξιοτήτων της κινητοποιητικής συνέντευξης (ΚΣ) (μέσος όρος: 9.23, SD: 1.21) και η τεχνική αναπνοής ως εργαλείο μάθησης (μέσος όρος: 9.10, SD: 1.53). Η ποιοτική ανάλυση ανέδειξε τα εξής βασικά θέματα: βελτίωση δεξιοτήτων επικοινωνίας, αποτελεσματικότερη διαχείριση άγχους μέσω τεχνικών αυτορρύθμισης, αυξημένη συναισθηματική επίγνωση, ενίσχυση της ανθεκτικότητας και θετικό αντίκτυπο στη φροντίδα ασθενών. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, πιο ασθενοκεντρική προσέγγιση και βελτιωμένη αποτελεσματικότητα στις επαγγελματικές τους αλληλεπιδράσεις. Εργαλεία ενεργητικής μάθησης, όπως οι ασκήσεις ρόλων, αξιολογήθηκαν ως ιδιαίτερα χρήσιμα, ενώ εκφράστηκε ενδιαφέρον για περισσότερες πρακτικές δραστηριότητες. Η τριγωνοποίηση ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων παρείχε μια ολοκληρωμένη εικόνα του αντίκτυπου της παρέμβασης EOT. Οι βελτιώσεις στους δείκτες συναισθηματικής νοημοσύνης (EI) και ανθεκτικότητας επιβεβαιώθηκαν από τα ποιοτικά ευρήματα, τα οποία ανέδειξαν ενισχυμένες δεξιότητες επικοινωνίας, αποτελεσματικότερη διαχείριση του στρες, αυξημένη συναισθηματική επίγνωση και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Η τριγωνοποίηση των δεδομένων κατέδειξε ότι η παρέμβαση EOT πέτυχε αποτελεσματικά τους στόχους της, με σημαντικές και διατηρήσιμες επιδράσεις (διάρκειας τουλάχιστον τριών μηνών) τόσο στην επαγγελματική πρακτική όσο και στην προσωπική ευημερία των συμμετεχόντων. Συμπεράσματα: Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη αναδεικνύει την αποτελεσματικότητα της ΔΒΕ παρέμβασης στη βελτίωση της συναισθηματικής νοημοσύνης (ΣΝ) και της ανθεκτικότητας των ιατρών πρωτοβάθμιας φροντίδας, ενισχύοντας την ικανότητά τους να επικοινωνούν αποτελεσματικότερα με ασθενείς που πάσχουν από χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της ενσωμάτωσης της ΣΝ και της ανθεκτικότητας στη συνεχιζόμενη επαγγελματική ανάπτυξη των ιατρών, καθώς και την ανάγκη για συνεχή υποστήριξη και εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας σε αυτούς τους τομείς. Με τη βελτίωση της ΣΝ και της ανθεκτικότητάς τους, οι ιατροί μπορούν να ανταποκρίνονται καλύτερα στις πολύπλοκες ανάγκες των ασθενών τους, παρέχοντας πιο αποτελεσματική φροντίδα με ενσυναίσθηση. Οι σχεδιαστές πολιτικών υγείας, μπορούν να αξιοποιήσουν την ΔΒΕ και τα ευρήματα της μελέτης για να ενισχύσουν τις επικοινωνιακές δεξιότητες των επαγγελματιών υγείας και τελικά, να βελτιώσουν την ποιότητα φροντίδας που παρέχουν στους ασθενείς με αναπνευστικά νοσήματα.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Background: According to the World Health Organization (WHO), there has been a rise in the prevalence of chronic respiratory diseases (CRDs), such as asthma and chronic obstructive pulmonary disease (COPD), due to various factors. These diseases significantly impact patients' quality of life, causing over 4 million deaths annually and requiring substantial resources for their management. However, non-pharmacological interventions, such as effective communication and behavioral changes, can alleviate this burden by improving disease self-management.Primary care physicians (PCPs), as the first point of contact, play a crucial role in CRD management. However, the demanding nature of their work, coupled with insufficient communication skills, limits their effectiveness. Emotional intelligence (EI) and resilience are key competencies that enable physicians to communicate more effectively, demonstrate empathy, and promote patients’ self-management of their condition. Resilience is associated ...
Background: According to the World Health Organization (WHO), there has been a rise in the prevalence of chronic respiratory diseases (CRDs), such as asthma and chronic obstructive pulmonary disease (COPD), due to various factors. These diseases significantly impact patients' quality of life, causing over 4 million deaths annually and requiring substantial resources for their management. However, non-pharmacological interventions, such as effective communication and behavioral changes, can alleviate this burden by improving disease self-management.Primary care physicians (PCPs), as the first point of contact, play a crucial role in CRD management. However, the demanding nature of their work, coupled with insufficient communication skills, limits their effectiveness. Emotional intelligence (EI) and resilience are key competencies that enable physicians to communicate more effectively, demonstrate empathy, and promote patients’ self-management of their condition. Resilience is associated with the ability to adapt and maintain psycho-emotional balance in demanding clinical environments. At the same time, contemporary approaches such as health coaching highlight the physician’s role as a facilitator of behavior change, fostering patients’ active engagement in the management of their health. Despite their importance, these skills are often overlooked in clinical education. Objectives: This study examines the impact of a new Experiential Online Training (EOT) program based on Kolb’s learning model, aiming to enhance PCPs’ EI and resilience. The program seeks to empower physicians to adopt Patient-Centered approaches and improve communication with CRD patients. The study evaluates the EOT program’s effectiveness in enhancing these essential skills, ultimately aiming to improve patient care and disease management. The research hypotheses include: 1) assessing the extent to which PCPs utilize Patient-Centered skills in clinical practice, 2) exploring ways to improve these skills through Continuing Professional Development (CPD), 3) evaluating educational interventions in terms of design, material, methods, and knowledge certification, 4) examining changes in physicians’ attitudes towards their role as coaches, and 5) assessing improvements in their emotional and social skills before and after the intervention. The study aims to develop a comprehensive educational program to enhance communication skills and emotional intelligence, contributing to improved care for chronic disease patients. Methods: The study utilized a convergent mixed-methods design, combining qualitative and quantitative data, which were analyzed separately and interpreted collectively. A call for participation was sent to general practitioners through Greek medical associations, with 50 respondents receiving information about the EOT program and the study. The experiential online training (EOT) lasted 25 hours, was conducted from May to November 2022, and aimed to enhance emotional management skills, communication abilities, and the overall well-being of primary care physicians. Participants included in the study were those who attended at least 80% of the sessions, submitted written reflections on the practical application of motivational interviewing (MI) skills, and completed all research questionnaires. In total, 46 general practitioners met the criteria and were included in the final analysis. Data was collected at three points: before the intervention, immediately after, and three months later, to assess the impact of the training on participants’ emotional management and communication skills. Results: Quantitative findings showed significant improvements in overall EI scores and specific dimensions such as well-being and sociability. The mean overall EI score increased from 5.13 (SD = 0.65) pre-intervention to 5.30 (SD = 0.57) post-intervention and 5.36 (SD = 0.48) at the three-month follow-up (p = 0.007). Pairwise comparisons revealed significant increases from pre- to post-intervention (p = 0.020) and from pre-intervention to three months (p = 0.008), with no significant difference between post-intervention and three months (p = 0.399). Well-being scores rose significantly from 5.39 (SD = 0.94) pre-intervention to 5.77 (SD = 0.71) post-intervention and 5.70 (SD = 0.59) at three months (p = 0.003). Sociability scores also increased from 4.69 (SD = 0.83) pre-intervention to 4.86 (SD = 0.81) post-intervention and 4.92 (SD = 0.88) in the three months. Resilience scores showed significant improvement, with the mean score rising from 76.6 (SD = 11.75) pre-intervention to 79.83 (SD = 10.24) post-intervention and 81.03 (SD = 7.86) in three months. Pairwise comparisons revealed significant improvements from pre- to post-intervention (p = 0.048) and from pre-intervention to three months (p = 0.026), with no significant difference between post-intervention and three months (p = 0.412). The Training Needs Assessment (TNA) showed significant reductions in perceived training needs. Communication/Patient-Centered Activities scores decreased from 1.00 (SD = 1.01) pre-intervention to 0.50 (SD = 0.62) post-intervention and 0.44 (SD = 0.43) in three months. Research/Audit Activities’ scores dropped from 1.39 (SD = 1.39) pre-intervention to 0.81 (SD = 0.98) post-intervention and 0.65 (SD = 0.68) in three months. Participants rated the program highly for its usefulness in clinical practice (mean: 9.83, SD: 0.38), overall satisfaction (mean: 9.78, SD: 0.42), and the instructor’s ability to engage interest (mean: 9.83, SD: 0.50).Qualitative findings: The following key themes emerged: enhanced communication skills, improved stress management through self-regulation techniques, increased emotional awareness, greater resilience, and positive impacts on patient care. Participants highlighted improved confidence, Patient-Centered approaches, and professional effectiveness. Active learning tools, such as role-playing, were particularly impactful, while suggestions included more practical activities to optimize the program. The triangulation of quantitative and qualitative data provided a comprehensive view of the impact of EOT intervention. Improvements in emotional intelligence (EI) and resilience scores were confirmed by qualitative findings, which highlighted enhanced communication skills, better stress management, increased emotional awareness, and greater resilience. The data triangulation demonstrated that the EOT intervention effectively achieved its objectives, with significant and sustained impacts (lasting at least 3 months) on participants' professional practice and personal well-being. Conclusions: This study demonstrates the effectiveness of the EOT intervention in enhancing EI and resilience among PCPs, empowering them to communicate more effectively with CRD patients. The findings underscore the need to integrate EI and resilience training into professional development, highlighting its role in improving Patient-Centered care. Healthcare policymakers can leverage the program and findings to enhance healthcare providers’ communication skills, ultimately improving the quality of care for CRD patients.
περισσότερα