Περίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει το πολυδιάστατο ζήτημα της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, εστιάζοντας στον καθοριστικό ρόλο του εκπαιδευτικού της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Στόχος της έρευνας είναι η εμπειρική αποτίμηση των συμπεριληπτικών ικανοτήτων των εκπαιδευτικών της περιφέρειας Αττικής, με οδηγό το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Teacher Professional Learning for Inclusion» (TPL4I) του Ευρωπαϊκού Φορέα για την Ανάπτυξη στην Ειδική Αγωγή και την Ενταξιακή Εκπαίδευση, καθώς και η διερεύνηση των επιμορφωτικών αναγκών που αναδύονται στη σύγχρονη σχολική πραγματικότητα. Η έρευνα στοχεύει επίσης στην κάλυψη ενός ερευνητικού κενού σχετικά με την ικανότητα των εκπαιδευτικών να ανταποκριθούν στη διαρκώς αυξανόμενη ετερογένεια της σχολικής τάξης. Στο θεωρητικό μέρος, αναλύεται η ιστορική και εννοιολογική μετάβαση από το παραδοσιακό ιατρικό-βιολογικό μοντέλο της αναπηρίας στο κοινωνικό και, τελικά, στο βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο “ICF”, καθώς και η μετατόπιση της εκ ...
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει το πολυδιάστατο ζήτημα της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, εστιάζοντας στον καθοριστικό ρόλο του εκπαιδευτικού της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Στόχος της έρευνας είναι η εμπειρική αποτίμηση των συμπεριληπτικών ικανοτήτων των εκπαιδευτικών της περιφέρειας Αττικής, με οδηγό το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Teacher Professional Learning for Inclusion» (TPL4I) του Ευρωπαϊκού Φορέα για την Ανάπτυξη στην Ειδική Αγωγή και την Ενταξιακή Εκπαίδευση, καθώς και η διερεύνηση των επιμορφωτικών αναγκών που αναδύονται στη σύγχρονη σχολική πραγματικότητα. Η έρευνα στοχεύει επίσης στην κάλυψη ενός ερευνητικού κενού σχετικά με την ικανότητα των εκπαιδευτικών να ανταποκριθούν στη διαρκώς αυξανόμενη ετερογένεια της σχολικής τάξης. Στο θεωρητικό μέρος, αναλύεται η ιστορική και εννοιολογική μετάβαση από το παραδοσιακό ιατρικό-βιολογικό μοντέλο της αναπηρίας στο κοινωνικό και, τελικά, στο βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο “ICF”, καθώς και η μετατόπιση της εκπαιδευτικής πολιτικής από την «Ειδική Αγωγή» στη φιλοσοφία της «Εκπαίδευσης για Όλους». Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην έννοια της «συμπεριληπτικής ικανότητας», που ορίζεται, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκού Φορέα για την Ανάπτυξη στην Ειδική Αγωγή και την Ενταξιακή Εκπαίδευση, ως σύνθετος συνδυασμός γνώσεων, δεξιοτήτων, κατανόησης, αξιών και στάσεων, ο οποίος οδηγεί σε καλά σχεδιασμένες δράσεις σε συγκεκριμένες εκπαιδευτικές καταστάσεις. Το πλαίσιο αυτό αναλύεται μέσω τεσσάρων βασικών αξιών: την εκτίμηση της μαθητικής ετερογένειας, την υποστήριξη όλων των μαθητών, τη συνεργασία με γονείς και ειδικούς και τη συνεχή επαγγελματική ανάπτυξη. Στο ερευνητικό μέρος, η ποσοτική ανάλυση έδειξε ότι η συνολική συμπεριληπτική ικανότητα κυμαίνεται από μέτρια έως υψηλά επίπεδα, με ισχυρότερη ανάπτυξη στις πρακτικές διαστάσεις της διδασκαλίας, όπως η προσαρμογή, η διαφοροποίηση και η αξιολόγηση. Οι αξίες της συνεργασίας και της υποστήριξης των μαθητών εμφανίζονται περισσότερο ανεπτυγμένες, ενώ η εκτίμηση της μαθητικής ετερογένειας και η αναγνώριση των ψυχοκοινωνικών παραγόντων παραμένουν περιορισμένες, υποδεικνύοντας ότι η πρακτική επάρκεια δεν συνοδεύεται πλήρως από την εδραίωση της συμπερίληψης ως βασικής εκπαιδευτικής αρχής. Τα τυπικά δημογραφικά χαρακτηριστικά, όπως φύλο και προϋπηρεσία, επηρεάζουν ελάχιστα τις ικανότητες αυτές, ενώ η βιωματική εμπειρία, όπως η ύπαρξη παιδιού με ειδικές ανάγκες στο οικογενειακό περιβάλλον, φαίνεται να ενισχύει σημαντικά την ανάπτυξη συμπεριληπτικής συνείδησης. Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν την ανάγκη για εκπαίδευση σε εξειδικευμένες πρακτικές, επιβεβαιώνοντας την πρόθεση μετασχηματισμού της θεωρίας στην πράξη. Η ανάλυση των δεδομένων αναδεικνύει δύο διακριτά επαγγελματικά προφίλ, έναν με ενισχυμένες ικανότητες και έναν που απαιτεί στοχευμένη ανάπτυξη, τονίζοντας την ανάγκη διαφοροποιημένης προσέγγισης στην επαγγελματική υποστήριξη. Συμπερασματικά, η διατριβή τεκμηριώνει την ανάγκη για έναν ριζικό αναπροσανατολισμό της υφιστάμενης επιμορφωτικής πολιτικής. Προτείνεται η σταδιακή εγκατάλειψη των μαζικών, αμιγώς θεωρητικών, μετωπικών σεμιναρίων και η μετάβαση σε στοχευμένα, βιωματικά προγράμματα επαγγελματικής ανάπτυξης. Τα προγράμματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα διαφορετικά προφίλ των εκπαιδευτικών και να εστιάζουν στην καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και των πρακτικών δεξιοτήτων, με στόχο την ουσιαστική ενίσχυση της ικανότητας του εκπαιδευτικού να μετασχηματίσει την ετερογένεια από εμπόδιο σε παιδαγωγικό πόρο εντός της σχολικής τάξης.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The present doctoral dissertation examines the multidimensional issue of inclusive education within the Greek educational system, focusing on the pivotal role of primary education teachers. The aim of the study is the empirical assessment of teachers’ inclusive competences in the Attica region, guided by the European project “Teacher Professional Learning for Inclusion” (TPL4I) of the European Agency for Special Needs and Inclusive Education, as well as the investigation of emerging professional development needs in the contemporary school context. The study also seeks to address a research gap concerning teachers’ capacity to respond to the increasingly diverse nature of the classroom. In the theoretical part, the historical and conceptual transition from the traditional medical model of disability to the social and, ultimately, the biopsychosocial model (ICF) is analyzed, alongside the shift in educational policy from “Special Education” to the philosophy of “Education for All”. Emph ...
The present doctoral dissertation examines the multidimensional issue of inclusive education within the Greek educational system, focusing on the pivotal role of primary education teachers. The aim of the study is the empirical assessment of teachers’ inclusive competences in the Attica region, guided by the European project “Teacher Professional Learning for Inclusion” (TPL4I) of the European Agency for Special Needs and Inclusive Education, as well as the investigation of emerging professional development needs in the contemporary school context. The study also seeks to address a research gap concerning teachers’ capacity to respond to the increasingly diverse nature of the classroom. In the theoretical part, the historical and conceptual transition from the traditional medical model of disability to the social and, ultimately, the biopsychosocial model (ICF) is analyzed, alongside the shift in educational policy from “Special Education” to the philosophy of “Education for All”. Emphasis is placed on the concept of “inclusive competence,” which, according to the European Agency for Special Needs and Inclusive Education, is defined as a complex combination of knowledge, skills, understanding, values, and attitudes that leads to well-designed actions in specific educational contexts. This framework is examined through four core values: valuing learner diversity, supporting all learners, working with parents and professionals, and continuous professional development. In the empirical part, quantitative analysis indicated that overall perceived inclusive competence ranges from moderate to high levels, with stronger development observed in the practical dimensions of teaching, such as adaptation, differentiation, and assessment. The values of collaboration and support for learners appear more developed, whereas valuing learner diversity and recognizing psychosocial factors remain more limited, suggesting that practical proficiency is not fully accompanied by the consolidation of inclusion as a fundamental educational principle. Standard demographic characteristics, such as gender and years of service, appear to have minimal influence on these competences, while experiential factors, such as having a child with special needs within the family environment, seem to significantly enhance the development of inclusive awareness. At the same time, teachers acknowledge the need for training in specialised practices, confirming their intention to translate theory into practice. Data analysis reveals two distinct professional profiles, one characterised by stronger competences and another requiring targeted development, highlighting the need for a differentiated approach to professional support. In conclusion, the dissertation substantiates the need for a radical reorientation of existing professional development policy. It proposes the gradual abandonment of large-scale, purely theoretical, lecture-based seminars and a transition towards targeted, experiential professional development programmes. These programmes should consider the diverse profiles of teachers and focus on fostering empathy and practical skills, with the aim of substantially strengthening teachers’ capacity to transform diversity from an obstacle into a pedagogical resource within the classroom.
περισσότερα