Περίληψη
Όλα τα τεκμήρια στο ΕΑΔΔ προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα.
Η επικράτηση της «πολιτικής της ένταξης» στον ελλαδικό χώρο είχε ως αποτέλεσμα να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη φοίτηση των μαθητών με νοητική ανεπάρκεια στο πλαίσιο της γενικής εκπαίδευσης, με συνακόλουθη περιθωριοποίηση των δημοτικών σχολείων ειδικής αγωγής. Οι μαθητές με νοητική ανεπάρκεια εμφανίζουν περιορισμούς σε γνωστικό και μαθησιακό επίπεδο, οι οποίοι δεν τους επιτρέπουν να ανταποκριθούν στους στόχους του γενικού αναλυτικού προγράμματος. Ταυτόχρονα, τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της νοητικής ανεπάρκειας, που αφορούν στις κοινωνικές σχέσεις, στο στίγμα και στον αυτοπροσδιορισμό αναδεικνύουν δύο κρίσιμα ζητήματα. Το πρώτο είναι το ζήτημα της αυτονομίας-ανεξαρτησίας-αυτοπροσδιορισμού και το δεύτερο το ζήτημα των κοινωνικών σχέσεων. Τα ζητήματα αυτά είναι κρίσιμα, τόσο για την ποιότητα της ζωής τους, όσο και για την κοινωνική τους υπόσταση.Ένας μεγάλος αριθμός αυτών των μαθητών φοιτούν στα δημοτικά σχολεία ειδικής αγωγής, όπου δεν υπάρχει ένα ενιαίο πρόγραμμα. Αυτή η πραγματικότητα αναδεικνύει την ανάγκη να αναζητηθεί η εκπαίδευση που θα υποστηρίζει τις πραγματικές ανάγκες των μαθητών με νοητική ανεπάρκεια και θα διασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή ικανοποίηση των αναγκών αυτών των μαθητών, με τον σχεδιασμό και την υλοποίηση λειτουργικών προγραμμάτων, που προσανατολίζονται στην ανάπτυξη της ικανότητας της ανεξάρτητης και αυτόνομης διαβίωσής τους μέσα στις κοινωνικές σχέσεις. Η προσέγγιση των λειτουργικών προγραμμάτων που συνδέεται με την ποιότητα ζωής, τον αυτοπροσδιορισμό, την αυτονομία, την ανεξαρτησία, και με τις δεξιότητες στις κοινωνικές σχέσεις μπορεί να απαντήσει όχι μόνο στις ανάγκες του σήμερα ως μαθητών, άλλα συνολικά και στις ανάγκες του αύριο, ως ενηλίκων με νοητική ανεπάρκεια. Με βάση αυτή την προσέγγιση διατυπώθηκαν τα κριτήρια της «κλίμακας αξιολόγησης», που αποτέλεσε το ερευνητικό εργαλείο, με το οποίο η έρευνα επιδίωξε να αποτυπώσει και να αξιολογήσει τα προγράμματα που υλοποιούνται στα ειδικά δημοτικά σχολεία για τους μαθητές με νοητική ανεπάρκεια. Πληθυσμό της έρευνας αποτέλεσαν οι 437 μαθητές όλων των δημοτικών σχολείων ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης της Βόρειας Ελλάδος (33 σχολεία), με μοναδικό ή κύριο διαγνωσμένο πρόβλημα τη νοητική ανεπάρκεια. Για κάθε μαθητή πραγματοποιήθηκε ημιδομημένη συνέντευξη με κάθε επαγγελματία που τον υποστήριζε εκπαιδευτικά ή θεραπευτικά. Συνολικά συμμετείχαν 301 εργαζόμενοι και πραγματοποιήθηκαν 1485 ημιδομημένες συνεντεύξεις για τη συλλογή των δεδομένων.Η επεξεργασία των δεδομένων ανέδειξε ότι από την αξιολόγηση του μαθητή απουσιάζει ο συλλογικός και διεπιστημονικός χαρακτήρας, ενώ ο τρόπος με τον οποίο γίνεται μέσα στα ειδικά σχολεία δεν εγγυάται τη σφαιρική εικόνα του μαθητή. Στα ειδικά δημοτικά σχολεία δε διατυπώνονται εξειδικευμένοι μακροπρόθεσμοι στόχοι για κάθε μαθητή. Επίσης για το 75% των μαθητών δεν τίθενται εξειδικευμένοι βραχυπρόθεσμοι στόχοι σχετικά με τον αυτοπροσδιορισμό, την αποκατάσταση της φθαρμένης ταυτότητας, της διαχείρισης του στίγματος του μαθητή και της συλλογικής λειτουργίας των μαθητών.Το μεγαλύτερο μέρος του εβδομαδιαίου ωρολόγιου προγράμματος του ειδικού σχολείου (τα 3/5 των ωρών) εστιάζει ουσιαστικά στις σχολικές γνώσεις και στην ανταπόκριση στις άμεσες ανάγκες του παιδιού, την αυτοεξυπηρέτηση και τον επικοινωνιακό λόγο.Σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο του προγράμματος, προέκυψε ότι το πρόγραμμα είναι αποσπασματικό, δεν έχει συνοχή και σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι δομημένο. Σε ό,τι αφορά στις παιδαγωγικές και διδακτικές μεθόδους που εφαρμόζονται στο ειδικό σχολείο, κυρίαρχη μέθοδος είναι η εκτέλεση εντολών και οδηγιών, τόσο για τη διδασκαλία, όσο και την οργάνωση συμπεριφοράςΤέλος, υπάρχει μια ζωντανή σχέση του σχολείου με τους γονείς. Οι γονείς είναι παρόντες στην καθημερινή ζωή του σχολείου με έναν ενεργητικό και διαρκή διάλογο για όλα τα θέματα που αφορούν στο παιδί τους. Την ίδια στιγμή η σχέση αυτή είναι μία σχέση «κάθετη», μεταξύ επαγγελματία και γονέα, με τον γονέα να μην έχει ενεργό ρόλο ούτε στη διαδικασία αξιολόγησης, ούτε στη διαμόρφωση των στόχων του προγράμματος, ούτε στην αξιολόγηση των θεμάτων και των δραστηριοτήτων.