Περίληψη
Η παρούσα ανθρωπολογική έρευνα παίρνει τη σεξουαλική εργασία σαν αφετηρία για να θέσει ευρύτερα ερωτήματα για την εργασία, το κράτος, και τη συνεχή αναδιαμόρφωση των ταξικών σχέσεων βάσει πολλαπλών αξόνων διαφοροποίησης. Βασιζόμενη στη στενή συνεργασία με γυναίκες που κατέχουν διαφορετικές θέσεις σαν παρανομοποιημένες σεξεργάτριες στην Αθήνα, σκιαγραφεί πώς η εργασία τους διαμορφώνεται σε μια διαλεκτική με κρατικές πολιτικές για την απασχόληση, τη μετανάστευση, τη δημόσια τάξη και υγεία. Αντί να εστιάζει σε μία, φαινομενικά, κλειστή κοινότητα σεξεργατριών, διαπλέκει μαζί τις ιστορίες cis και τρανς, ντόπιων και μεταναστριών γυναικών διαφορετικών ηλικιών που διαπραγματεύονται μια πληθώρα νομικών στάτους. Παρόλο που η σεξεργασία είναι νομιμοποιημένη στην Ελλάδα εδώ και περίπου έναν αιώνα, η συμπληρωματικότητα των μηχανισμών ρύθμισης με την παραγωγή μιας ευρείας σφαίρας παρανομίας αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό του τομέα, του οποίου οι ακριβείς μορφές αναδιαμορφώνονται μέσα στο χρόνο βάσ ...
Η παρούσα ανθρωπολογική έρευνα παίρνει τη σεξουαλική εργασία σαν αφετηρία για να θέσει ευρύτερα ερωτήματα για την εργασία, το κράτος, και τη συνεχή αναδιαμόρφωση των ταξικών σχέσεων βάσει πολλαπλών αξόνων διαφοροποίησης. Βασιζόμενη στη στενή συνεργασία με γυναίκες που κατέχουν διαφορετικές θέσεις σαν παρανομοποιημένες σεξεργάτριες στην Αθήνα, σκιαγραφεί πώς η εργασία τους διαμορφώνεται σε μια διαλεκτική με κρατικές πολιτικές για την απασχόληση, τη μετανάστευση, τη δημόσια τάξη και υγεία. Αντί να εστιάζει σε μία, φαινομενικά, κλειστή κοινότητα σεξεργατριών, διαπλέκει μαζί τις ιστορίες cis και τρανς, ντόπιων και μεταναστριών γυναικών διαφορετικών ηλικιών που διαπραγματεύονται μια πληθώρα νομικών στάτους. Παρόλο που η σεξεργασία είναι νομιμοποιημένη στην Ελλάδα εδώ και περίπου έναν αιώνα, η συμπληρωματικότητα των μηχανισμών ρύθμισης με την παραγωγή μιας ευρείας σφαίρας παρανομίας αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό του τομέα, του οποίου οι ακριβείς μορφές αναδιαμορφώνονται μέσα στο χρόνο βάσει μεταλλασσόμενων υλικών συνθηκών και ανακατατάξεων του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού. Για τους σκοπούς του, το σύστημα αυτό είναι επιτυχές στο να πειθαρχεί τις εργάτριες (αν και όχι ολοκληρωτικά) και να διαχέει την αξία σε μια ευρεία γκάμα υποκειμένων σε διαφορετικούς οικονομικούς τομείς και χώρους. Οι φαινομενικές αντιφάσεις και η επιλεκτική επιβολή των διαφόρων πολιτικών, δεν θα έπρεπε λοιπόν να αποδίδονται σε ένα «αδύναμο» κράτος ανίκανο να σχεδιάζει επιτυχείς μεθόδους ελέγχου, αλλά αντίθετα, σε ένα συγκροτημένο και μακροχρόνιο τρόπο λειτουργίας. Μία γενική συνεισφορά της έρευνας και της μεθοδολογίας της είναι ένας εναλλακτικός τρόπος μελέτης της (σεξουαλικής) εργασίας, που λαμβάνει σοβαρά υπόψη την πολύπλοκη συνύπαρξη διαφορετικών μορφών εργασίας, ανθρώπων, και χρονικοτήτων στο εκάστοτε πλαίσιο. Η αναλυτική επιλογή συνεργασίας με ανθρώπους που κατέχουν διαφορετικές θέσεις σε μια βιομηχανία με σύνθετη διαστρωμάτωση προσφέρει ένα παράθυρο θέασης της ιστορίας της εργασίας και της τάξης στην Ελλάδα, καθώς και της κεντρικής της σύνδεσης με διαφορετικά μεταναστευτικά κύματα. Κοιτώντας διαφορετικές διαδρομές της σεξουαλικής εργασίας, γίνεται σαφές ότι η συνεχής επανεφεύρεση της ανισότητας μέσω της διαφοράς είναι μια βίαιη διαδικασία που περιλαμβάνει πάλη και από την πλευρά του καπιταλιστικού κράτους και των συμφερόντων που αυτό εξυπηρετεί, και από την πλευρά των ανθρώπων που στοχοποιεί. Η μελέτη αφορά τις διαφορετικές εκφάνσεις αυτής της πάλης, ατομικές και συλλογικές, πέρα από διαχωρισμούς μεταξύ παραγωγικής και αναπαραγωγικής, επίσημης και ανεπίσημης εργασίας. Συγκεκριμένα, εστιάζει στην αλληλοδιαπλοκή έμμισθης και άμισθης εργασίας, από τη σεξεργασία μέχρι το γάμο και τοποθετεί τη σεξεργασία σε σχέση με μορφές εργασίας που αναγνωρίζονται από το κράτος, συμπεριλαμβανομένης της μισθωτής εργασίας και κρατικών προγραμμάτων για την απασχόληση. Δείχνει ότι το να εξετάζεται η πορνεία σαν ένας «ξέχωρος» τομέας παράνομης δραστηριότητας και εγκληματικής οργάνωσης συσκοτίζει την υλική και θεμελιώδη σύνδεση των σεξουαλικών βιομηχανιών με τον κρατικό σχεδιασμό και τους επίσημους οικονομικούς τομείς. Τέλος, αντί για το δίπολο μεταξύ «ελεύθερης επιλογής» και «σωματεμπορίας», η εκμετάλλευση και η αντίσταση σε αυτήν προσεγγίζονται μέσω της διαλεκτικής της πάλης. Το φάσμα της εκμετάλλευσης, της συσσώρευσης και της απoμόνωσης που αντιμετωπίζουν οι συγκεκριμένες εργαζόμενες αναδύονται ως η βάση ακραίων μορφών καταναγκασμού, ενώ οι πρακτικές ανεπίσημης οργάνωσης και δημιουργίας κοινοτήτων των τελευταίων υπογραμμίζονται ως (ατελείς) τρόποι συλλογικής επιβίωσης και κοινωνικής αναπαραγωγής.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This anthropological research uses sex work as a point of departure to ask wider questions about labour, the state, and the continuous remaking of class relations across multiple axes of differentiation. Relying on close collaboration with women occupying different positions as illegalized sex workers in Athens, it traces how their labour processes are shaped in a dialectic with state policies on work, migration, public order, and public health. Rather than focusing on a single, seemingly bounded community of sex workers, it weaves together the stories of cis and trans, local and migrant women of different ages that negotiate a variety of citizenship statuses. Although sex work has been officially legalized in Greece for about a century, the complementarity of regulatory mechanisms with the production of a vast sphere of illegality has been a steady characteristic of the sector, whose exact expressions have been re-elaborated based on changing material conditions and the reconstitution ...
This anthropological research uses sex work as a point of departure to ask wider questions about labour, the state, and the continuous remaking of class relations across multiple axes of differentiation. Relying on close collaboration with women occupying different positions as illegalized sex workers in Athens, it traces how their labour processes are shaped in a dialectic with state policies on work, migration, public order, and public health. Rather than focusing on a single, seemingly bounded community of sex workers, it weaves together the stories of cis and trans, local and migrant women of different ages that negotiate a variety of citizenship statuses. Although sex work has been officially legalized in Greece for about a century, the complementarity of regulatory mechanisms with the production of a vast sphere of illegality has been a steady characteristic of the sector, whose exact expressions have been re-elaborated based on changing material conditions and the reconstitution of available workforces. For its intents and purposes, this system is successful, in disciplining workers (albeit never completely), and diffusing value to a host of other actors across economic domains and spatial territories. The seeming contradictions, the discretionary and selective enforcement of different policies, should therefore not be attributed to a “weak” state unable to outline successful methods of containment, but rather, understood as a specific and long-standing modus operandi. Overall, one contribution of this research and its “patchwork” methodology is an alternative way of studying (sexual) labour, that takes seriously the messiness of different kinds of work, people, and temporalities at play in each given context. The analytical choice to work with people who inhabit different positions in a complexly stratified industry offers a window into the history of work and class in Greece, including in terms of its crucial connection to successive migratory waves. Looking at their trajectories in sexual commerce, it becomes clear that the continuous recreation of inequality through difference is a violent process that involves struggle; both on the part of the capitalist state and the interests it serves, and on the part of the people it targets. The study addresses the different forms taken by such struggles, individual and collective, by working across the distinctions between productive and reproductive, formal and informal labour. In doing so, it focuses on the interweaving of paid and unpaid work, ranging from sex work to marriages, and situates sex work vis-a-vis state-recognized forms of work, including wage labour and social policy programmes for employment. It shows that examining prostitution as a “separate” domain of illicit activities and criminal organization obscures the concrete and fundamental articulation of sex industries with state planning and formal sectors. Finally, instead of a binary between “free choice” and “trafficking”, exploitation and resistance to it are approached through the dialectic of struggle. The continuum of exploitation, dispossession and isolation that workers face emerge as the key forces grounding extreme forms of coercion, while workers’ practices of informal organization and community-making are highlighted as (however imperfect) modes of collective survival and social reproduction.
περισσότερα