Περίληψη
Στη σύγχρονη οικονομία, η τοπικότητα και η βιωσιμότητα αποτελούν κρίσιμα κριτήρια επιλογής προϊόντων ή υπηρεσιών και επιχειρηματικών συνεργασιών. Όμως η αναξιοπιστία, η έλλειψη ακεραιότητας και η ασάφεια στην αποτύπωση της τοπικότητας και της βιωσιμότητας αναδεικνύουν την ανάγκη ανάπτυξης νέων μεθοδολογιών μέτρησης. Η ερευνητική καινοτομία της διδακτορικής διατριβής εντοπίζεται στον ορισμό, στην εφαρμογή και στην αξιολόγηση των νέων μοντέλων ELI (Expenses Localness Indicators) και του μοντέλου SmI (Sustainability meta-Indicator) που αντιμετωπίζουν τρεις κύριες προκλήσεις. Πρώτον, ότι οι καταναλωτές αδυνατούν να προσδιορίσουν με σαφήνεια τον βαθμό τοπικότητας των επιχειρήσεων από τις οποίες προμηθεύονται προϊόντα, λόγω της περιορισμένης διαφάνειας στις επιχειρηματικές πρακτικές και της ευρείας χρήσης εξωτερικών συνεργατών. Δεύτερον, ότι παρατηρείται το φαινόμενο της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μετατόπισης κερδών (BEPS), καθώς επιχειρήσεις μετακινούν την έδρα τους σε περιοχές ...
Στη σύγχρονη οικονομία, η τοπικότητα και η βιωσιμότητα αποτελούν κρίσιμα κριτήρια επιλογής προϊόντων ή υπηρεσιών και επιχειρηματικών συνεργασιών. Όμως η αναξιοπιστία, η έλλειψη ακεραιότητας και η ασάφεια στην αποτύπωση της τοπικότητας και της βιωσιμότητας αναδεικνύουν την ανάγκη ανάπτυξης νέων μεθοδολογιών μέτρησης. Η ερευνητική καινοτομία της διδακτορικής διατριβής εντοπίζεται στον ορισμό, στην εφαρμογή και στην αξιολόγηση των νέων μοντέλων ELI (Expenses Localness Indicators) και του μοντέλου SmI (Sustainability meta-Indicator) που αντιμετωπίζουν τρεις κύριες προκλήσεις. Πρώτον, ότι οι καταναλωτές αδυνατούν να προσδιορίσουν με σαφήνεια τον βαθμό τοπικότητας των επιχειρήσεων από τις οποίες προμηθεύονται προϊόντα, λόγω της περιορισμένης διαφάνειας στις επιχειρηματικές πρακτικές και της ευρείας χρήσης εξωτερικών συνεργατών. Δεύτερον, ότι παρατηρείται το φαινόμενο της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μετατόπισης κερδών (BEPS), καθώς επιχειρήσεις μετακινούν την έδρα τους σε περιοχές με ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς, αξιοποιώντας καταχρηστικά τα διαθέσιμα κίνητρα ανάπτυξης. Τρίτον, εντοπίζεται η χρήση παραπλανητικών ή χειραγωγήσιμων δεικτών βιωσιμότητας, που συνδέεται κυρίως με τη μεταφορά μη βιώσιμων δραστηριοτήτων σε άλλες συνδεδεμένες εταιρείες. Τα φαινόμενα αυτά υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στις αγορές, αποδυναμώνοντας τη δυνατότητα λήψης τεκμηριωμένων αποφάσεων.Το μοντέλο ELI, αξιοποιεί τα διαθέσιμα δεδομένα των πληροφοριακών συστημάτων των επιχειρήσεων για τον καθορισμό Δεικτών Τοπικότητας και ενσωματώνει επίπεδα τοπικότητας που βασίζονται σε γεωγραφικά και οικονομικά κριτήρια. Οι δείκτες τοπικότητας προκύπτουν από την κατανομή των πληρωμών μιας εταιρίας σε άλλες οντότητες, σε συνδυασμό με την τοπικότητα των συνεργαζόμενων οντοτήτων και εκφράζουν το ποσοστό τοπικότητας από 0% (μη τοπικό) έως 100% (πλήρως τοπικό) το οποίο μπορεί να διαφοροποιείται με την πάροδο του χρόνου. Με τον τρόπο αυτό το μοντέλο αποτυπώνει το βαθμό τοπικότητας μιας επιχείρησης, συμβάλλει στον εντοπισμό ψευδών ισχυρισμών τοπικότητας και στην αναγνώριση ενδείξεων καταχρηστικής φορολογικής μετατόπισης μέσω της ανάλυσης των εταιρικών πληρωμών. Το μοντέλο SmI, παρέχει ένα αντικειμενικό μέτρο της πραγματικής δέσμευσης των επιχειρήσεων στη βιωσιμότητα, αποκαλύπτοντας παραπλανητικές πρακτικές και ενισχύοντας τη διαφάνεια των εταιρικών στρατηγικών. Η τιμή του δείκτη καθορίζεται από τους δείκτες βιωσιμότητας των συνεργαζόμενων οντοτήτων προς τις οποίες η επιχείρηση καταβάλλει πληρωμές καθώς και από το ύψος των αντίστοιχων ποσών. Οι δείκτες και στα δύο μοντέλα αντλούν δεδομένα από τα πληροφοριακά συστήματα των επιχειρήσεων, μετατρέποντας τις χρηματοοικονομικές ροές σε ποσοτικοποιημένες, αξιόπιστες μετρήσεις. Η λειτουργικότητα των μοντέλων επιβεβαιώθηκε με τη χρήση συνθετικών δεδομένων. Δημιουργήθηκαν σενάρια με διαφορετικές στρατηγικές και αποδείχθηκε ότι οι προτεινόμενοι δείκτες αντικατοπτρίζουν αυτές τις στρατηγικές. Τα αποτελέσματα των παραδειγμάτων καταδεικνύουν ότι η τοπικότητα μιας εταιρείας αυξάνεται καθώς πληρώνει περισσότερα από τα έξοδα της σε τοπικές χρηματοοικονομικές οντότητες. Αντίστροφα, οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται κυρίως με μη τοπικές οντότητες εμφανίζουν μειωμένο ποσοστό τοπικότητας. Οι εταιρείες που δίνουν προτεραιότητα στις τοπικές συνεργασίες διατηρούν υψηλότερες βαθμολογίες τοπικότητας, ενώ εκείνες που συνεργάζονται με οντότητες χαμηλής τοπικότητας αποδυναμώνουν το τοπικό οικονομικό τους αποτύπωμα, ανεξάρτητα από τη φυσική τους τοποθεσία. Τέλος η διαβάθμιση των χρονοεξαρτώμενων δεικτών διευκολύνει την αναγνώριση και αξιολόγηση πιθανών παραπλανητικών ισχυρισμών τοπικότητας και βιωσιμότητας. Η συμβολή των δεικτών αυτών έγκειται στην ενίσχυση της θεσμικής εμπιστοσύνης, αντικαθιστώντας τις υποκειμενικές δηλώσεις με ποσοτικοποιημένα και επαληθεύσιμα δεδομένα, καθώς και στην προσφορά νέων εργαλείων διαφάνειας και τεκμηριωμένης λήψης αποφάσεων για επιχειρήσεις, καταναλωτές και φορείς χάραξης πολιτικής.Συνολικά, τα προτεινόμενα μοντέλα (ELI και SmI) υπερβαίνουν τον παραδοσιακό ρόλο των πληροφοριακών συστημάτων, μετασχηματίζοντάς τα σε μηχανισμούς στρατηγικής γνώσης και διευρύνουν το πεδίο λήψης αποφάσεων. Μέσα από τη διασύνδεση της οικονομικής ανάλυσης με τις κοινωνικές και πολιτικές προτεραιότητες, αναδεικνύουν νέους τρόπους τεκμηρίωσης της πραγματικής συμβολής στην τοπική οικονομία, της φορολογικής διαφάνειας, της αποτροπής διάβρωσης βάσης, του εντοπισμού κρυφών μορφών παραπλάνησης, ενίσχυσης της αξιοπιστίας εταιρικών στρατηγικών, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας πιο διαφανούς, δίκαιης και βιώσιμης επιχειρηματικής και πολιτικής κουλτούρας.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
In the modern economy, locality and sustainability constitute critical criteria in the selection of products, services, and business partnerships. However, the unreliability, lack of integrity, and ambiguity in the measurement of locality and sustainability highlight the need for developing new methodological approaches.The research innovation of this doctoral dissertation lies in the definition, implementation, and evaluation of the new models ELI (Expenses Localness Indicators) and SmI (Sustainability meta-Indicator), which address three major challenges. First, consumers are unable to clearly determine the degree of localness of the businesses from which they purchase products, due to limited transparency in business practices and the extensive use of external collaborators. Second, the phenomenon of base erosion and profit shifting (BEPS) is observed, as companies relocate their headquarters to jurisdictions with more favorable tax regimes, exploiting development incentives in abus ...
In the modern economy, locality and sustainability constitute critical criteria in the selection of products, services, and business partnerships. However, the unreliability, lack of integrity, and ambiguity in the measurement of locality and sustainability highlight the need for developing new methodological approaches.The research innovation of this doctoral dissertation lies in the definition, implementation, and evaluation of the new models ELI (Expenses Localness Indicators) and SmI (Sustainability meta-Indicator), which address three major challenges. First, consumers are unable to clearly determine the degree of localness of the businesses from which they purchase products, due to limited transparency in business practices and the extensive use of external collaborators. Second, the phenomenon of base erosion and profit shifting (BEPS) is observed, as companies relocate their headquarters to jurisdictions with more favorable tax regimes, exploiting development incentives in abusive ways. Third, the use of misleading or manipulable sustainability indicators is identified, which is mainly associated with the transfer of non-sustainable activities to other affiliated entities. These phenomena undermine trust in institutions and markets, weakening the capacity for evidence-based decision-making.The ELI model leverages the available data from corporate information systems to determine the Localness Indicators and incorporates localness levels based on geographical and economic criteria. The localness indicators arise from the distribution of a company’s payments to other entities, combined with the localness scores of those entities, and express the degree of localness as a percentage ranging from 0% (non-local) to 100% (fully local), which may vary over time. In this way, the model captures the extent of a firm’s local embeddedness, contributes to identifying false claims of localness, and supports the detection of indications of abusive profit shifting through the analysis of corporate payment flows. The SmI model provides an objective measure of a company’s genuine commitment to sustainability, revealing misleading practices and enhancing the transparency of corporate strategies. Its value is determined by the sustainability indicators of the partner entities receiving payments from the company, as well as the magnitude of the respective amounts. Both models draw data from enterprise information systems, transforming financial flows into quantified and reliable measurements. The operational validity of the models was confirmed through the use of synthetic data. Scenarios reflecting different strategies were generated, and it was demonstrated that the proposed indicators accurately reflect these strategic patterns. Essentially, the mathematical formulation captures the behavior of each model. The results of the examples show that a company’s level of localness increases as a greater share of its expenditures is directed to local financial entities. Conversely, firms that primarily transact with non-local entities exhibit reduced localness. Companies that prioritize local partnerships maintain higher localness scores, whereas those partnering with low-localness entities weaken their local economic footprint, regardless of their physical location. Finally, the gradation of time-dependent indicators facilitates the identification and evaluation of potentially misleading claims regarding localness and sustainability. The contribution of these indicators lies in strengthening institutional trust, replacing subjective declarations with quantitative and verifiable data, and providing new tools for transparency and evidence-based decision-making for businesses, consumers, and policymakers.Overall, the proposed models (ELI and SmI) transcend the traditional role of information systems by transforming them into mechanisms of strategic insight and expanding the decision-making domain. By connecting economic analysis with social and policy priorities, the models introduce new ways of documenting real contributions to the local economy, tax transparency, prevention of base erosion, detection of hidden forms of misleading practices, and the strengthening of the credibility of corporate strategies. Collectively, these contributions foster a more transparent, equitable, and sustainable business and policy culture.
περισσότερα