Περίληψη
Μία από τις πιο σημαντικές δυνατότητες που παρέχει η ενδοσκόπηση του αναπνευστικού συστήματος είναι η λήψη βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος. Στα παιδιά, η βρογχοσκόπηση και η λήψη βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος δεν επιτρέπεται να γίνουν μόνο για ερευνητικούς σκοπούς. Έτσι, υπάρχουν ελάχιστες μελέτες «φυσιολογικών» παιδιών στη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ δεν έχει γίνει τέτοια μελέτη στον Ελληνικό χώρο. Σε καμμιά μελέτη δεν ερευνήθηκε συγχρόνως η κυτταρική σύνθεση του βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος σε φλεγμονώδεις και μη φλεγμονώδεις πνευμονοπάθειες ομαδοποιημένα, ώστε να γίνει διαχωρισμός των ευρημάτων μεταξύ των δύο αυτών διαφορετικών καταστάσεων του αναπνευστικού συστήματος στα παιδιά και να αξιολογηθούν τα ευρήματα σε σχέση με τα βιβλιογραφικά δεδομένα στους ενήλικες. Για τους λόγους αυτούς η παρούσα μελέτη είχε σκοπό να ερευνήσει: 1. Τη σύνθεση του κυτταρικού πληθυσμού και των μεσολαβητικών ουσιών της φλεγμονήΟ.±SD=93,33±4,56%), όπως και στους ενήλικες. Σε μικρότερα ποσοστά βρέθηκαν λεμφοκύτταρα (Μ.Ο.±SD=3,93±3,08%) και ουδετερόφιλα (Μ.Ο.±SD=2,94±2,82%). Αντίθετα, στα παιδιά της ομάδας Β (παιδιά με φλεγμονώδη νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος) η κυτταρική πυκνότητα ήταν σημαντικά αυξημένη (διάμεση τιμή 28,95x10⁴ κύτταρα/ml έναντι 15x10⁴ κύτταρα/ml. p=0,008 αντίστοιχα). Επίσης, το ποσοστό των ουδετεροφίλων πολυμορφοπυρήνων (Μ.Ο.±SD=49,59±26,72) ήταν σημαντικά αυξημένο (p<0,001) σε σύγκριση με τα παιδιά της ομάδας ελέγχου (Μ.Ο.±SD=2,94±2,82%), ενώ το ποσοστό των μακροφάγων (Μ.Ο.± SD=42,59±23,32%) ήταν σημαντικά ελαττωμένο (Μ.Ο.± SD=93,33±4,56%, p<0,001). Τέλος, το ποσοστό των λεμφοκυττάρων στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των 2 ομάδων (p=0,186). Επίσης, βρέθηκε ότι δεν υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων στους υποπληθυσμούς των λεμφοκυττάρων που μετρήθηκαν με κυτταρομετρία ροής(Β , Τ, ΝΚ κύτταρα και υποπληθυσμοί των Τ κυττάρων). Ο λόγος βοηθητικών προς κυτταροτοξικά Τ λεμφοκύτταρα (CD4+/CD8+) στην ομάδα ελέγχου, βρέθηκε υψηλότερος από ότι σε δύο προηγούμενες δημοσιεύσεις σε παιδιά, εύρημα που ήταν συγκρίσιμο με αντίστοιχα στους ενήλικες και στο περιφερικό αίμα φυσιολογικών παιδιών. Η μελέτη ορισμένων ουσιών-μεσολαβητών της φλεγμονής καθώς και ορισμένων κυτταροκινών που επάγουν την τύπου 2 Τ κυτταρική (ανοσιακή) απάντηση (ατοπία), έδειξε τα εξής: Τα επίπεδα της IL-8 και τα επίπεδα του παράγοντα νέκρωσης των όγκων (Tumor necrosis Factor-α, TNF-α) βρέθηκαν σημαντικά αυξημένα στην ομάδα Β σε σχέση με την ομάδα ελέγχου(p=0,017 και p=0,012 αντίστοιχα). Η εοταξίνη ανιχνεύθηκε μόνο σε παιδιά της ομάδας Β με εωσινόφιλα στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα (εύρος τιμών 28,8 έως 36,8 pg/ml), ενώ δεν ανιχνεύθηκε σε κανένα παιδί της ομάδας ελέγχου. Δεν βρέθηκε διαφορά στα επίπεδα της IL-18 (p=0,447, της IL-4 (p=0,061) και IL-5 (p=0,913) στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα των παιδιών των δύο ομάδων. Έγινε σύγκριση των ευρημάτων όλων των προαναφερθέντων παραμέτρων(κυτταρική πυκνότητα, μακροφάγων, λεμφοκυττάρων,ουδετεροφίλων, Β και Τ λεμφοκυττάρων και υποπληθυσμών τους καθώς και κυτταροκινών και χημειοκινών) μεταξύ της ομάδας ελέγχου (Α) και της υποομάδας των παιδιών με Κυστική ίνωση. Τα ευρήματα ήταν τα ίδια όπως και για το σύνολο των παιδιών της ομάδας Β. Συμπερασματικά, η βρογχοσκόπηση και η βρογχοκυψελιδική έκπλυση είναι ασφαλείς στα παιδιά, όταν διενεργούνται με βάση τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες. Στην παρούσα μελέτη που ακολουθήθηκαν οι οδηγίες αυτές δεν υπήρξαν σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάματα σε κανένα παιδί. Η κυτταρική σύνθεση του βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος στα παιδιά με «μη φλεγμονώδη προβλήματα του αναπνευστικού συστήματος», όπως η ομάδα Α (ομάδα ελέγχου) της μελέτης μας ήταν συγκρίσιμη με τα ευρήματα φυσιολογικών ενηλίκων και παιδιών που θεωρήθηκαν ως «φυσιολογικά» στις ελάχιστες άλλες μελέτες που υπάρχουν στη διεθνή βιβλιογραφία. Η κυτταρική σύνθεση διέφερε όταν υπήρχε φλεγμονή στο κατώτερο αναπνευστικό σύστημα οπότε επικρατούσαν τα ουδετερόφιλα αντί των μακροφάγων και τα επίπεδα της κυτταροκίνης TNF-α και της χημειοκίνης IL-8 που προάγουν τη φλεγμονή ήταν αυξημένα. Αντίθετα, δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων όσον αφορά τα επίπεδα των κυτταροκινών IL-4, IL-5 που προάγουν την ανοσιακή απάντηση τύπου 2 (Th2) και της IL-18, προφανώς επειδή δεν διέφεραν οι δύο ομάδες στη σύνθεσή τους ως προς τα παιδιά με ατοπικές καταστάσεις. Αυξημένα επίπεδα εοταξίνης βρέθηκαν μόνο σε ασθενείς με αυξημένα εοσινόφιλα. Τέλος, δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των παιδιών με φλεγμονώδεις και μη φλεγμονώδεις καταστάσεις του αναπνευστικού, όσον αφορά τους υποπληθυσμούς των λεμφοκυ