Περίληψη
Σκοποθεσία της παρούσας συγγραφής αποτελεί η περιγραφή της διάγνωσης και εµπειρικής διακρίβωσης µεταξύ της αληθούς σφραγίδος του Χριστού, που επαγγέλλεται η ανθρωπολογική πρόταση της Εκκλησίας και η αντιπαραβολή µε τις µορφές παραχάραξής της, όπως διατυπώνεται από τον Άγιο Συµεών τον Νέο Θεολόγο. Ο όρος διακρίβωση, δανεισµένος από την επιστήµη της διαστατικής µετρολογίας, υπονοεί τον εντοπισµό της στοιχειώδους απόκλισης από την ακρίβεια της πίστεως, µια απόκλιση που διαφεύγει της προσοχής του ανυποψίαστου θεατή και απαιτεί ειδική σκευή, βαθµονοµηµένο εργαλείο ακριβείας, για να διαπιστωθεί αλλά και να επανατοποθετηθεί µε ασφάλεια το δίπολο δόγµατος και ήθους στην προοπτική της σωτηρίας του ανθρώπου. Για την επιτυχία της διακρίβωσης αξιοποιείται, ως όρος ακριβείας, η Αγιοπνευµατική εµπειρία των θεοφόρων της Εκκλησίας. Αντίστοιχα, ως πλαίσιο απόκλισης προσδιορίζεται η θραυσµατική και ακρωτηριαστική χρήση στοιχείων του πολιτισµικού αποτυπώµατος της θεοφιλούς παράδοσης. Η κατανόηση του ανθρ ...
Σκοποθεσία της παρούσας συγγραφής αποτελεί η περιγραφή της διάγνωσης και εµπειρικής διακρίβωσης µεταξύ της αληθούς σφραγίδος του Χριστού, που επαγγέλλεται η ανθρωπολογική πρόταση της Εκκλησίας και η αντιπαραβολή µε τις µορφές παραχάραξής της, όπως διατυπώνεται από τον Άγιο Συµεών τον Νέο Θεολόγο. Ο όρος διακρίβωση, δανεισµένος από την επιστήµη της διαστατικής µετρολογίας, υπονοεί τον εντοπισµό της στοιχειώδους απόκλισης από την ακρίβεια της πίστεως, µια απόκλιση που διαφεύγει της προσοχής του ανυποψίαστου θεατή και απαιτεί ειδική σκευή, βαθµονοµηµένο εργαλείο ακριβείας, για να διαπιστωθεί αλλά και να επανατοποθετηθεί µε ασφάλεια το δίπολο δόγµατος και ήθους στην προοπτική της σωτηρίας του ανθρώπου. Για την επιτυχία της διακρίβωσης αξιοποιείται, ως όρος ακριβείας, η Αγιοπνευµατική εµπειρία των θεοφόρων της Εκκλησίας. Αντίστοιχα, ως πλαίσιο απόκλισης προσδιορίζεται η θραυσµατική και ακρωτηριαστική χρήση στοιχείων του πολιτισµικού αποτυπώµατος της θεοφιλούς παράδοσης. Η κατανόηση του ανθρωπολογικού διακυβεύµατος προϋποθέτει την ορθή κατανόηση της θέσης του ανθρώπου στο ήδη διαµορφωµένο πλαίσιο σχέσης που συναρτά το τρίπτυχο Θεός- άνθρωπος- κτίση. Για τον λόγο αυτό, το πρώτο µέρος αφορά στα ανθρωπολογικά προλεγόµενα, όπου ακροθιγώς διερχόµαστε τα περί δηµιουργίας κόσµου και ανθρώπου, τα περί πτώσεως αλλά και παλιγγενεσίας. Στο τέλος του πρώτου µέρους γίνεται λόγος για το µυστήριο του ετεροχρονισµού, για το γεγονός πως η πτώση δεν επέφερε ακαριαία τον ψυχοσωµατικό θάνατο στον πρωτόπλαστο, αλλά ούτε και η σάρκωση του Θεού Λόγου σήµαινε και αυτόµατη αφθάρτωση του παναχράντου σώµατός Του. Το δεύτερο µέρος χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια και ισάριθµες διακριβώσεις. Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται η σωτηριολογική λυσιτέλεια των θεµελιωδών της Εκκλησίας, της πίστης και του βαπτίσµατος, και διακριβώνεται η παρανόηση που εµφιλοχωρεί από την εννοιολογική διεύρυνση των όρων αυτών εντός του πολιτισµικού αποτυπώµατος της παράδοσης. Στο δεύτερο κεφάλαιο αναζητούνται οι δοµικές αιτίες της παρανόησης, που δεν είναι άλλες από τις προϋποθέσεις της ανθρωπολογικής γνωσιολογίας. Έτσι, αναλύονται διεξοδικά οι γνωσιολογικές προϋποθέσεις και των τριών ανθρωπολογικών καταστάσεων: της αδαµικής ανθρωπολογίας, της πτώσης και της Χριστολογικής ανθρωπολογίας. Στο τρίτο κεφάλαιο, έχοντας ως κριτήριο τα όρια και τη γνωσιολογική εµβέλεια κάθε ανθρωπολογικής κατάστασης, προβαίνουµε στη δεύτερη διακρίβωση που αφορά το ζήτηµα της θεολογικής διατύπωσης. Ερευνούµε τη δυνατότητα εκφοράς απλανούς θεολογικού λόγου σε κάθε διακεκριµένη ανθρωπολογική κατάσταση καθώς και τις αιτίες διολίσθησης σε αυθαίρετες θεολογικές ιδιοκατασκευές. Εντός του πλαισίου του πλουτισµού της θεολογίας, εξετάζουµε το φαινόµενο της δηµιουργίας δογµατικής συνείδησης του ανθρώπου αλλά και την αρραγή αλληλεπίδραση δόγµατος και ήθους. Το τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο περιλαµβάνει τις δύο- ίσως σηµαντικότερες- διακριβώσεις της πρότασης της Εκκλησίας καθώς σε αυτές εδράζεται η σωτηριολογική λυσιτέλεια της ασκητικής οδού. Η πρώτη διακρίβωση αφορά το ανυπέρθετο της αληθούς νήψης επί τη βάσει των µακαρισµών. Η δεύτερη και εξίσου σηµαντική διακρίβωση πραγµατεύεται τις δυο βασικές τυπολογίες απόκλισης που δηµιουργούνται από την απουσία αληθούς νήψης. Η πρώτη τυπολογία αφορά την µίµηση των εξωτερικών στοιχείων της θεοπτίας, η οποία αυτονοµούµενη στο πλαίσιο της αυτοδικαιωτικής ιδιορρυθµίας περιγράφεται ως έξωθεν καταστολή των ηθών. Η δεύτερη τυπολογία αναπτύσσεται εντός του πλαισίου της απολυτοποίησης της θεσµικής µονοµέρειας. Η τυπολογία αυτή αποµονώνει τη σωτηριολογία από τη νήψη και τη µετάνοια και την περιορίζει µόνο στην οργανική ένταξη του θεσµικού πλαισίου.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This dissertation seeks to describe and empirically validate the distinction between the true seal of Christ—proposed by the Church’s anthropological vision—and the counterfeit imitations that obscure or distort it, as articulated by Saint Symeon the New Theologian. The term validation is here borrowed from the science of dimensional metrology, implying the detection of minimal yet crucial deviations from the precision of the faith. These deviations are often imperceptible to the untrained eye and require calibrated, high-resolution tools to be discerned. Such tools are not conceptual frameworks alone but emerge from the pneumatic experience of the saints—those illumined by the Holy Spirit, who embody the hermeneutical precision necessary for distinguishing truth from its misappropriations. In contrast, counterfeit forms of the Christian life are grounded in a fragmented and mutilated appropriation of the Church’s cultural imprint—rituals and symbols divorced from their ontological fou ...
This dissertation seeks to describe and empirically validate the distinction between the true seal of Christ—proposed by the Church’s anthropological vision—and the counterfeit imitations that obscure or distort it, as articulated by Saint Symeon the New Theologian. The term validation is here borrowed from the science of dimensional metrology, implying the detection of minimal yet crucial deviations from the precision of the faith. These deviations are often imperceptible to the untrained eye and require calibrated, high-resolution tools to be discerned. Such tools are not conceptual frameworks alone but emerge from the pneumatic experience of the saints—those illumined by the Holy Spirit, who embody the hermeneutical precision necessary for distinguishing truth from its misappropriations. In contrast, counterfeit forms of the Christian life are grounded in a fragmented and mutilated appropriation of the Church’s cultural imprint—rituals and symbols divorced from their ontological foundations. The anthropological stakes of this inquiry are situated within the triadic relational structure of God, human, and creation. Thus, Part I offers anthropological prolegomena: creation, fall, and regeneration. It concludes with a theological paradox—the “temporal displacement” of death and resurrection: Adam does not immediately die after the fall, nor does the incarnate Logos instantaneously enter incorruptibility upon birth. Part II comprises four chapters, each representing a distinct validation. Chapter One examines the soteriological efficacy of faith and baptism, the two foundational principles of the Church, and identifies the hermeneutical inflation these terms undergo when understood merely within the cultural rather than the ontological framework of tradition. Chapter Two investigates the epistemological preconditions of theological perception across three anthropological conditions: Adamic anthropology, fallen anthropology, and Christological anthropology. These form the basis for understanding both the potential and the limits of theological articulation. Chapter Three, building on the above, explores the possibility of infallible theological expression within each anthropological condition and maps the epistemological boundaries that often lead to the creation of arbitrary theological constructions. This chapter addresses the phenomenon of doctrinal consciousness and the inseparable interplay between dogma and ethos. Chapter Four presents the two most decisive validations in the Church’s anthropological proposal—those upon which the therapeutic efficacy of ascetic life hinges. The first concerns true nepsis (spiritual vigilance) as the non-negotiable precondition for authentic spiritual discernment, grounded in the Beatitudes. The second validation identifies two principal typologies of deviation arising from the absence of nepsis. The first is the mimetic reproduction of external elements of divine vision, detached from their inner transformative function and expressed as external moralistic repression. The second typology absolutizes institutional belonging, detaching soteriology from repentance and vigilance, and reducing salvation to a merely formal, canonical adherence. Overall, this work positions Symeon’s anthropological theology as an instrument of high-resolution spiritual discernment within the life of the Church. His writings are not merely ascetical meditations but calibrated theological instruments, capable of revealing the subtle departures from the path of salvation and redirecting the human person toward authentic participation in divine life.
περισσότερα