Περίληψη
Η παρούσα έρευνα δράσης διερευνά τον παιδαγωγικό ρόλο της χωρικής οργάνωσης της τάξης και της υλικής διαμεσολάβησης στη διαμόρφωση της μαθησιακής εμπειρίας μαθητών από τη Γ’ έως τη ΣΤ’ τάξη του Δημοτικού. Η μελέτη στηρίζεται στη βασική παραδοχή ότι ο σχολικός χώρος δεν αποτελεί ουδέτερο υπόβαθρο της διδασκαλίας, αλλά ενεργό παράγοντα που επηρεάζει τη συμμετοχή, τις αλληλεπιδράσεις και την οικοδόμηση της γνώσης. Θεωρητικά ερείσματα αντλούνται από τη βιωματική θεωρία της μάθησης (Dewey, 1938), την κοινωνικοπολιτισμική προσέγγιση (Vygotsky, 1978) και τη διαλογική παιδαγωγική (Alexander, 2008), οι οποίες αναγνωρίζουν τον ρόλο της εμπειρίας, της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και του διαλόγου στη μαθησιακή διαδικασία. Η έρευνα υλοποιήθηκε μέσα από δύο διαδοχικούς κύκλους έρευνας δράσης. Στον πρώτο κύκλο πραγματοποιήθηκε διαγνωστική χαρτογράφηση του σχολικού χώρου, η οποία ανέδειξε ότι η μετωπική διάταξη των θρανίων περιόριζε τη βλεμματική επαφή, τη συνεργασία, την ενεργή συμμετοχή και την αυτενέ ...
Η παρούσα έρευνα δράσης διερευνά τον παιδαγωγικό ρόλο της χωρικής οργάνωσης της τάξης και της υλικής διαμεσολάβησης στη διαμόρφωση της μαθησιακής εμπειρίας μαθητών από τη Γ’ έως τη ΣΤ’ τάξη του Δημοτικού. Η μελέτη στηρίζεται στη βασική παραδοχή ότι ο σχολικός χώρος δεν αποτελεί ουδέτερο υπόβαθρο της διδασκαλίας, αλλά ενεργό παράγοντα που επηρεάζει τη συμμετοχή, τις αλληλεπιδράσεις και την οικοδόμηση της γνώσης. Θεωρητικά ερείσματα αντλούνται από τη βιωματική θεωρία της μάθησης (Dewey, 1938), την κοινωνικοπολιτισμική προσέγγιση (Vygotsky, 1978) και τη διαλογική παιδαγωγική (Alexander, 2008), οι οποίες αναγνωρίζουν τον ρόλο της εμπειρίας, της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και του διαλόγου στη μαθησιακή διαδικασία. Η έρευνα υλοποιήθηκε μέσα από δύο διαδοχικούς κύκλους έρευνας δράσης. Στον πρώτο κύκλο πραγματοποιήθηκε διαγνωστική χαρτογράφηση του σχολικού χώρου, η οποία ανέδειξε ότι η μετωπική διάταξη των θρανίων περιόριζε τη βλεμματική επαφή, τη συνεργασία, την ενεργή συμμετοχή και την αυτενέργεια των μαθητών. Στη συνέχεια εφαρμόστηκαν εναλλακτικές χωρικές διατάξεις, όπως σχήμα Π, σχήμα Γ, μικρές ομάδες, δύο μεγάλες αντικριστές ομάδες και περιμετρική διάταξη με ελεύθερο κεντρικό χώρο. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν στα μαθήματα της Ιστορίας, των Μαθηματικών και της Γεωγραφίας, με στόχο να διερευνηθεί η επίδρασή τους στη μαθησιακή εμπλοκή και στη δυναμική των σχέσεων μέσα στην τάξη. Ο δεύτερος κύκλος εστίασε στην εισαγωγή υλικών και βιωματικών πρακτικών εντός των νέων χωρικών οργανώσεων. Στην Ιστορία, οι μαθητές κατασκεύασαν σύμβολα, κολάζ και μακέτες για την αναδιήγηση ιστορικών γεγονότων και προχώρησαν σε δραματοποίηση της αφήγησης. Στα Μαθηματικά, η επίλυση προβλημάτων οργανώθηκε σε διακριτά χωρικά στάδια, με συλλογική επεξεργασία σε μεγάλες επιφάνειες και αιτιολόγηση των βημάτων στην ολομέλεια. Στη Γεωγραφία, οι μαθητές δημιούργησαν συμβολικούς και υλικούς χάρτες, οριοθετώντας περιοχές, τοποθετώντας φυσικά στοιχεία και εμπλουτίζοντας τις αναπαραστάσεις με πληροφορίες από προσωπικές εμπειρίες. Η συλλογή δεδομένων βασίστηκε σε τριγωνοποίηση μεθόδων: συστηματική παρατήρηση, ημερολόγιο της εκπαιδευτικού–ερευνήτριας, ερωτηματολόγια μαθητών και ημιδομημένες ομαδικές συζητήσεις. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με θεματική προσέγγιση, οδηγώντας στη διαμόρφωση επτά βασικών αξόνων: οικειοποίηση του χώρου, ενεργή συμμετοχή, συνεργασία, διάλογος και επικοινωνία, βλεμματική επαφή, ανάληψη ρόλων και δημιουργική εμπλοκή, καθώς και παιδαγωγική αξιοποίηση της απομόνωσης για ατομική εργασία. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ευέλικτη χωρική οργάνωση ενίσχυσε τη βλεμματική επαφή, τη ροή του διαλόγου και τη συνεργασία, ενώ η εισαγωγή υλικών εργαλείων ενίσχυσε τη βιωματική κατανόηση, τη δημιουργικότητα και την αυτενέργεια. Η μελέτη υποστηρίζει ότι ο μετασχηματισμός της μαθησιακής εμπειρίας προκύπτει όταν η χωρική ευελιξία συνδυάζεται με αναστοχαστικό παιδαγωγικό σχεδιασμό και υλική διαμεσολάβηση. Συνεπώς, ο σχολικός χώρος αναδεικνύεται σε ενεργό παιδαγωγικό παράγοντα, ικανό να επηρεάσει ουσιαστικά τόσο τη γνωστική όσο και τη κοινωνική διάσταση της μάθησης.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This action research study investigates the pedagogical role of classroomspatial organization and material mediation in shaping the learning experienceof primary school students from Grade 3 to Grade 6. The study is grounded inthe assumption that classroom space is not a neutral container of instruction alactivity but an active factor influencing participation, interaction, and knowledge construction. Drawing on theories of experiential learning (Dewey, 1938), socioculturallearning (Vygotsky, 1978), and dialogic pedagogy (Alexander, 2008), the research examines how spatial reconfiguration and the introduction of material tools can transform classroom dynamics. The study was conducted through two consecutive action research cycles.The first cycle focused on spatial reorganization. A diagnostic mapping of the classroom revealed that the traditional frontal seating arrangement restricted eye contact, collaboration, and student autonomy. In response, alternative spatial configurations were ...
This action research study investigates the pedagogical role of classroomspatial organization and material mediation in shaping the learning experienceof primary school students from Grade 3 to Grade 6. The study is grounded inthe assumption that classroom space is not a neutral container of instruction alactivity but an active factor influencing participation, interaction, and knowledge construction. Drawing on theories of experiential learning (Dewey, 1938), socioculturallearning (Vygotsky, 1978), and dialogic pedagogy (Alexander, 2008), the research examines how spatial reconfiguration and the introduction of material tools can transform classroom dynamics. The study was conducted through two consecutive action research cycles.The first cycle focused on spatial reorganization. A diagnostic mapping of the classroom revealed that the traditional frontal seating arrangement restricted eye contact, collaboration, and student autonomy. In response, alternative spatial configurations were implemented, including U-shaped, L-shaped, small groupclusters, two opposing large groups, and perimeter seating with an open central area. These configurations were applied across History, Mathematics, and Geography lessons to examine their influence on classroom interaction, dialogue flow, and student engagement. The second cycle introduced material and experiential practices within the newly established spatial flexibility. In History, students constructed symbolic representations, collages, and progressively developed physical models to support narrative reconstruction and dramatization of historical content. In Mathematics, students followed structured spatial stages to decode, represent, and solve problems collectively, including embodied problem-solving activities on large paper surfaces placed on the floor. In Geography, students created symbolicand physical maps using strings, paper, and layered constructions to represent regions, mountains, lakes, and administrative divisions, gradually transforming knowledge into a collaborative spatial artifact. Data collection relied on methodological triangulation: systematic observation,the teacher-researcher’s reflective journal, student questionnaires, and semi-structured group discussions. Thematic analysis was employed to identify recurring patterns across the seven analytical axes: appropriation of space, active participation, collaboration, dialogue and communication, eye contact, active engagement and role-taking, and productive isolation for individual work. Findings indicate that spatial flexibility significantly enhanced eye contact, dialogue distribution, collaborative interaction, and students’ sense of inclusion. The introduction of material tools further deepened conceptual understanding and strengthened students’ autonomy and creative engagement. Importantly, the study suggests that spatial reorganization alone is insufficient; meaningful transformation occurs when spatial flexibility is integrated with reflective pedagogical design and material mediation. The research contributes to the growing international discussion on flexible learning environments by proposing a synthetic model in which space, materials, and reflective practice operate interdependently. While the study is context-specificand primarily qualitative, it highlights the potential of action research as aframework for rethinking classroom space as a dynamic pedagogical agent. Future research may explore long-term effects, comparative designs, and the interaction between physical and digital learning environments
περισσότερα