Περίληψη
Η εκμάθηση της αγγλικής ως ξένης γλώσσας μερικές φορές περιορίζεται στην εκμάθηση γραμματικών κανόνων και λεξιλογίου εκτός πλαισίου ή σε μη αυθεντικές καταστάσεις. Αυτό μπορεί να φαίνεται αναπόφευκτο σε κάποιο βαθμό όταν τα αγγλικά μαθαίνονται σε μια χώρα όπου δεν είναι η κύρια γλώσσα επικοινωνίας. Ωστόσο, αυτή η μέθοδος διδασκαλίας της αγγλικής ως ξένης γλώσσας είναι ξεπερασμένη και δεν συνάδει με τις απαιτήσεις του παγκοσμιοποιημένου κόσμου και του εργασιακού μας περιβάλλοντος. Η εκμάθηση γλωσσών με τη μέθοδο project (PBLL) είναι μια μέθοδος που καλλιεργεί καλές επικοινωνιακές δεξιότητες, την αποτελεσματική συνεργασία, τη δημιουργικότητα και την κριτική σκέψη, οι οποίες αποτελούν τα τέσσερα C των δεξιοτήτων του 21ου αιώνα. Αυτές οι δεξιότητες είναι επιθυμητές από τους εργοδότες στον σύγχρονο χώρο εργασίας και, ως εκ τούτου, η PBLL είναι μια μέθοδος διδασκαλίας που μπορεί να εξοπλίσει τους μαθητές ξένων γλωσσών με τις δεξιότητες που χρειάζονται όταν αποφοιτήσουν από το σχολείο ή το πα ...
Η εκμάθηση της αγγλικής ως ξένης γλώσσας μερικές φορές περιορίζεται στην εκμάθηση γραμματικών κανόνων και λεξιλογίου εκτός πλαισίου ή σε μη αυθεντικές καταστάσεις. Αυτό μπορεί να φαίνεται αναπόφευκτο σε κάποιο βαθμό όταν τα αγγλικά μαθαίνονται σε μια χώρα όπου δεν είναι η κύρια γλώσσα επικοινωνίας. Ωστόσο, αυτή η μέθοδος διδασκαλίας της αγγλικής ως ξένης γλώσσας είναι ξεπερασμένη και δεν συνάδει με τις απαιτήσεις του παγκοσμιοποιημένου κόσμου και του εργασιακού μας περιβάλλοντος. Η εκμάθηση γλωσσών με τη μέθοδο project (PBLL) είναι μια μέθοδος που καλλιεργεί καλές επικοινωνιακές δεξιότητες, την αποτελεσματική συνεργασία, τη δημιουργικότητα και την κριτική σκέψη, οι οποίες αποτελούν τα τέσσερα C των δεξιοτήτων του 21ου αιώνα. Αυτές οι δεξιότητες είναι επιθυμητές από τους εργοδότες στον σύγχρονο χώρο εργασίας και, ως εκ τούτου, η PBLL είναι μια μέθοδος διδασκαλίας που μπορεί να εξοπλίσει τους μαθητές ξένων γλωσσών με τις δεξιότητες που χρειάζονται όταν αποφοιτήσουν από το σχολείο ή το πανεπιστήμιο. Η παρούσα μελέτη λαμβάνει χώρα σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο όπου το μάθημα των Αγγλικών για Ειδικούς Σκοπούς (ESP) είναι υποχρεωτικό για τους φοιτητές για την απόκτηση του πτυχίου τους. Επιδιώκει να ανακαλύψει πόσο αποτελεσματικό μπορεί να είναι το PBLL όσον αφορά την ανάπτυξη γραμματικής και λεξιλογίου στη γραφή, την ακρίβεια, την ευχέρεια, την επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα, και το κίνητρο. Η ανάπτυξη της γραμματικής και του λεξιλογίου μετριέται τόσο ποσοτικά μέσω της χρήσης λεξιλογικών και συντακτικών μετρήσεων Πολυπλοκότητας, Ακρίβειας και Ευχέρειας (CAF) όσο και ποιοτικά μέσω της κλίμακας αξιολόγησης Friedl & Auer (2007), και η Ακρίβεια και η Ευχέρεια μετρώνται ποσοτικά μέσω επιλεγμένων μετρήσεων CAF. Η επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα μετριέται ποιοτικά με τη χρήση της κλίμακας αξιολόγησης Friedl & Auer (ibid.), και χρησιμοποιείται μια συντομευμένη έκδοση της διεθνούς δοκιμασίας στάσης-κίνητρου (AMTB) του Gardner (2004) για τον προσδιορισμό των επιπέδων κινήτρων των συμμετεχόντων πριν και μετά τη συμμετοχή τους στη διδασκαλία. Σχηματίστηκαν δύο ομάδες που περιελάμβαναν συνολικά 97 φοιτητές. Η ομάδα ελέγχου (CG) (n=30) που έλαβε παραδοσιακή διδασκαλία βασισμένη σε εγχειρίδια καθ' όλη τη διάρκεια των δύο εξαμήνων του μαθήματος ESP και η πειραματική ομάδα (EG) (n=67) που έλαβε παραδοσιακή διδασκαλία το πρώτο εξάμηνο αλλά έλαβε PBLL το δεύτερο εξάμηνο του μαθήματος των αγγλικών για ειδικούς σκοπούς. Ο λόγος για τη μεγάλη διαφορά στον αριθμό των συμμετεχόντων σε κάθε ομάδα έγκειται στις ιδιαίτερες συνθήκες που επικράτησαν λόγω της πανδημίας Covid-19. Το Oxford Placement Test (OPT) χορηγήθηκε στην αρχή κάθε εξαμήνου για να προσδιοριστεί το επίπεδο της αρχικής γλωσσομάθειας και των δύο ομάδων. Το επίπεδο των μαθητών όσον αφορά το CAF, και πιο συγκεκριμένα όσον αφορά τη λεξιλογική πολυπλοκότητα, τη συντακτική πολυπλοκότητα, την ακρίβεια και την ευχέρεια, εξετάστηκε ποσοτικά τόσο για την ομάδα ελέγχου όσο και για τηνπειραματική ομάδα μέσω μιας εργασίας συγγραφής δοκιμίου πριν και μετά τη θεραπεία τους. Η ίδια εργασία γραφής χρησιμοποιήθηκε για να προσδιοριστεί το επίπεδο ανάπτυξης και των δύο ομάδων στην έναρξη και στο τέλος των μαθημάτων τους όσον αφορά τη γραμματική, το λεξιλόγιο, την επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα και την οργάνωση, αλλά αυτή τη φορά μετρήθηκε ποιοτικά με τη χρήση της κλίμακας αξιολόγησης των Friedl & Auer (2007). Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, το επίπεδο κινήτρων των συμμετεχόντων εξετάστηκε τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος του εξαμήνου μέσω μιας συντομευμένης έκδοσης του διεθνούς AMTB του Gardner (2004). Ως εκ τούτου, η μελέτη διερευνά τα κέρδη τόσο εντός της κάθε ομάδας όσο και μεταξύ των ομάδων στις κατηγορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω σε ένα χρονικό διάστημα 13 εβδομάδων διαφορικής διδασκαλίας. Όσον αφορά την ποσοτική ανάλυση του CAF, και οι δύο ομάδες παρουσίασαν παρόμοια βελτίωση στη δοκιμασία στο τέλος του εξαμήνου σε σύγκριση με την αρχή του εξαμήνου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ποσοτικά αποτελέσματα ήταν πολύ ενθαρρυντικά για την πειραματική ομάδα, καθώς η βελτίωση μεταξύ της έναρξης και της λήξης των μαθημάτων ήταν στατιστικά σημαντική, αλλά το ίδιο ήταν και η βελτίωση της ομάδας ελέγχχου στις περισσότερες περιπτώσεις. Όσον αφορά την ποιοτική μέτρηση των γραμματικών βαθμολογιών, η πειραματική ομάδα βελτιώθηκε σημαντικά μεταξύ της έναρξης και της λήξης των μαθημάτων, ενώ η βελτίωση της ομάδας ελέγχου δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Η ανάλυση μεταξύ των ομάδων έδειξε ότι η διαφορά στις γραμματικές βαθμολογίες δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Όσον αφορά την ποιοτική μέτρηση του λεξιλογίου, οι δύο ομάδες βελτιώθηκαν αν και όχι σημαντικά, και η διαφορά μεταξύ των ομάδων δεν ήταν επίσης σημαντική. Όσον αφορά την επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα, και οι δύο ομάδες βελτιώθηκαν σε παρόμοιο βαθμό, με τη διαφορά μεταξύ των ομάδων να μην φτάνει σε στατιστική σημαντικότητα, αν και και οι δύο ομάδες βελτιώθηκαν σημαντικά στην εκπλήρωση εργασιών μεταξύ της έναρξης και της λήξης του εξαμήνου. Το τεστ κινήτρων απέδωσε ανάμεικτα αποτελέσματα, με τους ερωτηθέντες να δείχνουν προτίμηση σε μια μέθοδο σε ορισμένα στοιχεία του τεστ, ενώ να ευνοούν την άλλη μέθοδο σε άλλα στοιχεία. Αυτά τα αποτελέσματα μπορούν να αποδοθούν σε διάφορους παράγοντες, όπως η έλλειψη εξοικείωσης των φοιτητών με το PBLL, η διάρκεια της θεραπείας, και ο φόρτος εργασίας των φοιτητών σε συνδυασμό με το κύρος του μαθήματος των αγγλικών για ειδικούς σκοπούς στα ελληνικά πανεπιστήμια, μεταξύ άλλων. Σε κάθε περίπτωση, αν και οι υποθέσεις μας επιβεβαιώθηκαν μόνο εν μέρει σε ορισμένες περιπτώσεις, συνολικά το PBLL φαίνεται να προσφέρει ίσα ή μεγαλύτερα οφέλη για τους μαθητές σε σύγκριση με την παραδοσιακή διδασκαλία που βασίζεται σε εγχειρίδια. Απαιτείται περαιτέρω έρευνα, ώστε να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την επίδραση της διδασκαλίας της αγγλικής με τη μέθοδο project στη διδασκαλία της αγγλικής για ειδικούς σκοπούς και, κατ’επέκταση, στη διδασκαλία των αγγλικών ως ξένης γλώσσας εν γένει.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Learning English as foreign language is sometimes limited to learning grammatical rules and vocabulary items out of context, or in non-authentic situations. That may seem unavoidable to some extent when English is learned in a country where it is not the main language of communication. However, this method of teaching English as a foreign language is outdated and not in tune with the demands of our globalised world and work environment. Project-Based Language Learning (PBLL) is a method that fosters good communication skills, effective collaboration, creativity and critical thinking, which constitute the four Cs of 21st century skills. Those skills are desired by employers in the modern workplace and thus, PBLL is a teaching method that can equip foreign language learners with the skills they need when they leave school or university. This study takes place in a Greek university where the module of English for Specific Purposes (ESP) is mandatory for students to obtain their degree. It ...
Learning English as foreign language is sometimes limited to learning grammatical rules and vocabulary items out of context, or in non-authentic situations. That may seem unavoidable to some extent when English is learned in a country where it is not the main language of communication. However, this method of teaching English as a foreign language is outdated and not in tune with the demands of our globalised world and work environment. Project-Based Language Learning (PBLL) is a method that fosters good communication skills, effective collaboration, creativity and critical thinking, which constitute the four Cs of 21st century skills. Those skills are desired by employers in the modern workplace and thus, PBLL is a teaching method that can equip foreign language learners with the skills they need when they leave school or university. This study takes place in a Greek university where the module of English for Specific Purposes (ESP) is mandatory for students to obtain their degree. It seeks to discover how effective PBLL can be in terms of writing grammar and vocabulary development, accuracy, fluency, communicative effectiveness, and motivation. Grammar and vocabulary development are measured both quantitatively through the use of lexical and syntactic Complexity, Accuracy and Fluency (CAF) metrics and qualitatively via Friedl & Auer’s (2007) rating scale, and Accuracy and Fluency are measured quantitatively through selected CAF metrics. Communicative effectiveness is measured qualitatively with the use of Friedl & Auer’s (ibid.) rating scale, and a shortened version of Gardner’s (2004) international Attitude-Motivation Test Battery (AMTB) is used to determine the participants’ levels of motivation before and after their treatment. Two groups that included a total of 97 students were formed. The control group (CG) (n=30) that received traditional coursebook-based instruction throughout the two semesters of the ESP course and the experimental group (EG) (n=67) that received traditional instruction in the first semester but was treated with PBLL in the second semester of their ESP course. The reason for the large difference in the number of participants in each group lies in the extraordinary conditions that prevailed due to the Covid-19 pandemic. The Oxford Placement Test (OPT) was administered at the beginning of each treatment to determine the level of onset of both groups. The students’ level in terms of CAF, and more specifically regarding lexical complexity, syntactic complexity, accuracy, and fluency was examined quantitatively for both the CG and the EG through an essay-writing task before and after theirtreatment. The same writing task was used to determine the level of development of both groups before and after their treatment in terms of grammar, vocabulary, communicative effectiveness, and organisation, but this time measured qualitatively with the use of Friedl & Auer’s (2007) rating scale. As previously mentioned, the participants’ level of motivation was tested both before and after the treatment through a shortened version of Gardner’s (2004) international AMTB. Hence, the study investigates both within-group and between-groups gains in the categories mentioned above over a time span of 13 weeks of differential instruction. As regards the quantitative analysis of CAF, both groups exhibit similar improvement in the posttest compared to the pretest. In some cases, the quantitative results were very encouraging for the EG, as the improvement between T1 and T2 was statistically significant, but so was the improvement of the CG in most cases. As regards the qualitative measurement of grammar scores, the EG improved significantly between T1 and T2, while the CG’s improvement was not statistically significant. The between-groups analysis showed the difference in grammar scores not to be statistically significant. In terms of the qualitative measurement of vocabulary, the two groups improved though not significantly, and the between-groups difference was not significant either. As concerns communicative effectiveness, both groups improved to a similar degree with the difference between the groups not reaching statistical significance, although both groups improved significantly in task fulfilment between T1 and T2. The motivation test yielded mixed results with the respondents showing preference to one method in some items of the test while favouring the other method in other items. These results may be attributed to various factors, such as students not being accustomed to PBLL, the duration of the treatment, and the students’ workload combined with the status of the ESP lesson at Greek universities among others. In any case, although our hypotheses were only partially confirmed in some cases, overall PBLL seems to bring equal or greater benefits for learners compared to the well-established coursebook-based instruction. Further research is warranted so that safe conclusions can be derived about the impact of PBLL on ESP and, by extension, on EFL courses in general.
περισσότερα