Περίληψη
Η απόδειξη των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στην πολιτική δίκη υλοποιείται κατά κανόνα με τα περιοριστικώς προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ομολογία, την αυτοψία, την πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, την εξέταση των διαδίκων, τους μάρτυρες, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα πρέπει να διακρίνονται από τις διαδικαστικές πράξεις του δικονομικού δικαίου, στο μέτρο που η παραβίαση των διατάξεων που προβλέπουν την παραγωγή των αποδεικτικών μέσων δεν συνεπάγεται δικονομική ακυρότητα, αλλά το μη επιτρεπτό του εκάστοτε αποδεικτικού μέσου. Η παρούσα διατριβή, λοιπόν, αποσκοπεί ακριβώς στη διάκριση των αποδεικτικών μέσων από τις διαδικαστικές πράξεις του δικονομικού δικαίου καθώς και στη κατηγοριοποίηση των ανίσχυρων αποδεικτικών μέσων σε ανυπόστατα και μη επιτρεπτά, αξιοποιώντας κυρίως τα πορίσματα της ελληνικής νομολογίας. Πιο συγκεκριμένα, στο γενικό μέρος της διατριβής παρουσιάζονται οι κατηγορίες των ανυπό ...
Η απόδειξη των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στην πολιτική δίκη υλοποιείται κατά κανόνα με τα περιοριστικώς προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ομολογία, την αυτοψία, την πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, την εξέταση των διαδίκων, τους μάρτυρες, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα πρέπει να διακρίνονται από τις διαδικαστικές πράξεις του δικονομικού δικαίου, στο μέτρο που η παραβίαση των διατάξεων που προβλέπουν την παραγωγή των αποδεικτικών μέσων δεν συνεπάγεται δικονομική ακυρότητα, αλλά το μη επιτρεπτό του εκάστοτε αποδεικτικού μέσου. Η παρούσα διατριβή, λοιπόν, αποσκοπεί ακριβώς στη διάκριση των αποδεικτικών μέσων από τις διαδικαστικές πράξεις του δικονομικού δικαίου καθώς και στη κατηγοριοποίηση των ανίσχυρων αποδεικτικών μέσων σε ανυπόστατα και μη επιτρεπτά, αξιοποιώντας κυρίως τα πορίσματα της ελληνικής νομολογίας. Πιο συγκεκριμένα, στο γενικό μέρος της διατριβής παρουσιάζονται οι κατηγορίες των ανυπόστατων και μη επιτρεπτών αποδεικτικών μέσων. Στην τελευταία κατηγορία εντάσσονται: α) τα παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα, β) εκείνα που η χρήση των οποίων απαγορεύεται είτε από τον ίδιο το νόμο είτε με έγκυρη συμφωνία των διαδίκων, και γ) τα αποδεικτικά μέσα ως προς τα οποία δεν έλαβε χώρα παραδεκτή προσκομιδή και επίκλησή τους. Παράλληλα, στο γενικό μέρος εκτίθενται και όλες οι περιπτώσεις ελέγχου των αποδεικτικών μέσων με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Εν συνεχεία, στο ειδικό μέρος της διατριβής αναλύονται οι προϋποθέσεις υποστατού των κυριότερων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ και δη της ομολογίας, της αυτοψίας, της πραγματογνωμοσύνης, των μαρτύρων, των ένορκων βεβαιώσεων και των εγγράφων. Ακολούθως, παρατίθενται όλες εκείνες οι περιπτώσεις, οι οποίες κατά κανόνα έχουν διαμορφωθεί από τη δικαστηριακή πρακτική, με βάση τις οποίες έκαστο αποδεικτικό μέσο κρίνεται ως ανυπόστατο ή και άκυρο, υπό την προϋπόθεση της επίκλησης και απόδειξης δικονομικής βλάβης κατ’ άρθρο 159 αριθμ. 3 ΚΠολΔ. Παρά το γεγονός ότι η ακυρότητα, ως κύρωση, είναι ασύμβατη με τα αποδεικτικά μέσα (αφού αυτά καθαυτά δεν αποτελούν διαδικαστικές πράξεις του δικονομικού δικαίου), η νομολογία ουκ ολίγες φορές προσφεύγει στις περί ακυρότητας διατάξεις προκειμένου να διασώσει το κύρος ενός αποδεικτικού μέσου. Ο δικονομικός νομοθέτης έχει ήδη αρχίσει να υιοθετεί την άποψη αυτή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 424 εδ. β’ ΚΠολΔ αναφορικά με το κύρος των ένορκων βεβαιώσεων.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The crucial facts of a civil trial must de proved by the means of evidence which are restrictively referred to in article 339 of the Greek Code of Civil Procedure, namely confession, autopsy, expertise, documents, examination of the parties, testimonies, affidavits and judicial presumptions. The above-mentioned means of evidence must be distinguished from the procedural acts of the procedural law, insofar as the breach of those provisions that must be observed in order for the means of evidence to be valid does not result in procedural invalidity, but in the inadmissibility of the respective means of evidence. This dissertation aims to distinguish the means of evidence from the procedural acts of the procedural law as well as to categorize invalid means of evidence into non-existent and inadmissible, based mainly on the findings of case law. More specifically, the general part presents the categories of non-existent and inadmissible means of evidence. The last one category includes: a) ...
The crucial facts of a civil trial must de proved by the means of evidence which are restrictively referred to in article 339 of the Greek Code of Civil Procedure, namely confession, autopsy, expertise, documents, examination of the parties, testimonies, affidavits and judicial presumptions. The above-mentioned means of evidence must be distinguished from the procedural acts of the procedural law, insofar as the breach of those provisions that must be observed in order for the means of evidence to be valid does not result in procedural invalidity, but in the inadmissibility of the respective means of evidence. This dissertation aims to distinguish the means of evidence from the procedural acts of the procedural law as well as to categorize invalid means of evidence into non-existent and inadmissible, based mainly on the findings of case law. More specifically, the general part presents the categories of non-existent and inadmissible means of evidence. The last one category includes: a) the illegally acquired means of evidence, b) the means of evidence the use of which is excluded either by the law itself or by a valid agreement of the parties, and c) the means of evidence that have not been submitted or invocated in a lawful manner. Simultaneously, the general part lays emphasis on the inspection of the means of evidence through the appeal in cassation. Subsequently, the special part of this study presents all the terms of existence of the major means of evidence which are mentioned in article 339 of the Greek Code of Civil Procedure (confession, autopsy, expertise, testimonies, affidavits and documents). Furthermore, special attention is devoted to all cases that each means of evidence is deemed non-existent or even invalid, under the subscription of procedural prejudice according to article 159 n. 3 of the Greek Code of Civil Procedure. Despite the fact that, invalidity does not apply, as a sanction, to the means of evidence (since the last ones are not procedural acts of the procedural law), courts quite often apply the provisions of invalidity in order to deem a means of evidence as valid. The procedural legislator has already adopted this view, as follows from the provision of article 424 s. b of the Greek Code of Civil Procedure regarding the validity of affidavits.
περισσότερα